Συγκεκριμένα στη δήλωση της η κ. Ζορμπά αναφέρει:

«Αναφορικά με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού κ. Κ. Μητσοτάκη στην Βρετανική εφημερίδα Observer και το αίτημα του δανεισμού και της έκθεσης των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Αθήνα με την ευκαιρία των εορτασμών του 2021, καθώς και την ανάλογη  σχετική συζήτηση με τον Γάλλο Πρόεδρο Εμ. Μακρόν,  είμαστε υποχρεωμένοι να υπενθυμίσουμε ότι η οριστική και όχι  η προσωρινή επιστροφή των Γλυπτών στον γενέθλιο τόπο τους αποτελεί πάγια εθνική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων από την εποχή της αείμνηστης Μελίνας Μερκούρη έως σήμερα.

Την  στρατηγική αυτή της οριστικής επιστροφής ακολούθησε η κυβέρνηση Σύριζα και το υπουργείο Πολιτισμού τα προηγούμενα χρόνια, συνεχίζοντας να λαμβάνει πολιτικές πρωτοβουλίες, επαναφέροντας με κάθε τρόπο το αίτημα, καθώς και  διατηρώντας ζωντανό τον διάλογο σε διεθνές επίπεδο, με τη συμμετοχή σε συνέδρια και διεθνή fora, με τη  συνδρομή προσωπικοτήτων και των εθνικών επιτροπών διεκδίκησης.

Τριάντα επτά χρόνια από την αρχική διατύπωση του αιτήματος της επιστροφής των Γλυπτών και δέκα χρόνια από την λειτουργία του Μουσείου της Ακρόπολης, η επανένωση του οικουμενικού πολιτιστικού μνημείου συνέχισε να  αποτελεί  για τη χώρα πολιτισμικό μονόδρομο και διαρκή εκκρεμότητα με διάσταση ιστορική, πολιτισμική, επιστημονική, αισθητική, πολιτική και ηθική.

Για τους παραπάνω λόγους, θεωρούμε ότι ο δανεισμός των Γλυπτών προς έκθεση αποδέχεται στην ουσία τις κατά καιρούς απαντήσεις των δανειστών περί αναγνώρισης της κυριότητας εκ μέρους της χώρας μας ως προϋπόθεσης του δανεισμού, γεγονός το οποίο υπονομεύει και ακυρώνει την οριστική  επιστροφή και επανένωση. Αυτό ακριβώς αποτέλεσε το κρίσιμο σημείο τριβής κάθε φορά που στο παρελθόν έγινε παρόμοια προσπάθεια ανταλλαγής εκθέσεων ή άλλων προτάσεων εξεύρεσης διαλόγου και συνεργασίας για την υπέρβαση του προβλήματος. Πρόσφατα μάλιστα, αυτή ακριβώς ήταν η επιχειρηματολογία του διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου κ. Φίσερ, ο οποίος σε συνέντευξή του σε ελληνική εφημερίδα και σε σχετική ερώτηση αναφέρθηκε σε «νόμιμο ιδιοκτήτη», ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων.

Τέλος, επισημαίνουμε ότι διαβάσαμε με έκπληξη στο ίδιο δημοσίευμα την υπουργό  πολιτισμού κα Μενδώνη να δηλώνει: «Έχουμε 10 φορές περισσότερες (αρχαιότητες) από όσες μπορούμε πιθανόν να εκθέσουμε. Σχεδόν καθημερινά κάτι πολύτιμο βρίσκεται. Θέλουμε να εξάγουμε αυτά τα πολιτιστικά περιουσιακά στοιχεία». Θεωρούμε ότι η μοναδική αξία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με παρόμοιο κυνισμό, σαν να πρόκειται για ένα οποιοδήποτε εξαγώγιμο προϊόν που η αφθονία του, μάλιστα, το υποτιμά. Οι πολιτιστικές ανταλλαγές δεν ανήκουν στο εμπορικό επιμελητήριο, τουλάχιστον ακόμη, και απαιτούν ιδιαίτερους χειρισμούς πολιτιστικής διπλωματίας. 

Στα προηγούμενα χρόνια, το υπουργείο Πολιτισμού  οργάνωσε μεγάλο αριθμό σημαντικών εκθέσεων και ανταλλαγών εξαιρετικής εμβέλειας σε όλο τον κόσμο, από τις ΗΠΑ ως την Κίνα, προβάλλοντας τον ελληνικό πολιτισμό όχι γιατί μας περίσσευε αλλά γιατί ήταν μοναδικός και πολύτιμος στα μάτια όλης της ανθρωπότητας.