Αναφερόμενος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε άρθρο του στην εφημερίδα «Τα Νέα», ο υπουργός Εξωτερικών τονίζει: «Η Ελλάδα επιθυμεί επανεκκίνηση και στις σχέσεις μας με την Τουρκία, από την οποία μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να προκύψουν. Είναι απολύτως ωφέλιμη η συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όπως και η δική μου με τον ομόλογό μου Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ενώ το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας μπορεί να δώσει ώθηση στη σχέση μας σε πολλούς τομείς.

Καθιστούμε ωστόσο σαφές ότι γνώμονας μας είναι το Διεθνές Δίκαιο που δεν ανέχεται απειλές πολέμου ή μονομερείς διεκδικήσεις. Στα κυριαρχικά μας δικαιώματα δεν χωρούν εκπτώσεις. Απαραίτητη προϋπόθεση επίσης για βελτίωση του κλίματος είναι να σταματήσει η Τουρκία να στρέφεται κατά της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, με ενέργειες που επιτείνουν την εικόνα της ως παραβάτη της διεθνούς νομιμότητας».

Αναφορικά με την Βόρεια Μακεδονία αναφέρει ότι η Ελλάδα προσδοκεί «στην κατά το δυνατόν άμβλυνση των συνεπειών από τα επίμαχα σημεία της Συμφωνίας των Πρεσπών, στα οποία είναι γνωστή η αντίθεση του κόμματός μας, προς χάριν της εμπέδωσης ενός πνεύματος συνεργασίας, λαμβάνοντας υπόψη και την ενταξιακή προοπτική της γειτονικής χώρας».

Θεωρεί προφανή τα αμοιβαία οφέλη από την βελτίωση των διμερών σχέσεων Ελλάδας-Αλβανίας προσθέτοντας «οφείλω να επισημάνω, όμως, ότι η Αλβανία εξακολουθεί να μην υλοποιεί τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τα μειονοτικά και περιουσιακά δικαιώματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας».