Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει με εντυπωσιακή ένταση ένα άλμα στο παρελθόν, σαν να μην υπήρξε κρίση και χρεοκοπία στην Ελλάδα, αποτέλεσμα του τρόπου που είχε αναπτυχθεί η χώρα μέχρι σήμερα, είπε ο κ. Δραγασάκης. «Δεν έλειψε η ανάπτυξη ποσοτικά, είχαμε 3%-4%, ούτε οι επενδύσεις σε υποδομές και άλλους τέτοιους τομείς». Η κυβέρνηση αρνείται το γεγονός ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα άλλο πρότυπο ανάπτυξης. Ας το πει όπως θέλει, αλλά πρέπει να είναι βιώσιμο, να είναι βιώσιμη η ανάπτυξη και δίκαια, συνέχισε, είναι κάτι που αναγνωρίζουν πλέον όλοι οι διεθνείς οργανισμοί. Αν συνεχίσει σε αυτό τον δρόμο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να δει κάποια ανάκαμψη από την δυναμική που υπήρχε, αλλά προετοιμάζει νέες κρίσεις, τόνισε ο κ. Δραγασάκης.

«Ζούμε την ανώμαλη προσγείωση της Νέας Δημοκρατίας, συμβαίνει το αντίθετο από ό,τι είπε προεκλογικά», συνέχισε, στην Συμφωνία των Πρεσπών που από «προδοτική» έγινε «αναγκαία», στην οικονομία που από το «θα γυρίσουμε τους διακόπτες και θα έχουμε 4% ανάπτυξη» στο 2%-3% που έλεγε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στο προσφυγικό που από το «έφταιγε ο ΣΥΡΙΖΑ, κλείνουμε τα σύνορα και τελειώνουμε» στην μικρή αύξηση των ροών και τον μεγάλο πανικό, στο Ελληνικό που «σε μία εβδομάδα μπαίνουν μπουλντόζες» και μήνες μετά αναγνωρίζουν ότι για να μπουν μπουλντόζες ο επενδυτής πρέπει να βρει κεφάλαια, ενώ άλλα μέρη αποχωρούν.

Παραδέχθηκε ότι η νέα ηγεσία του υπ. Ανάπτυξης και ο Άδ. Γεωργιάδης, όπως είχε δεσμευτεί, με βάση την προεργασία που είχε γίνει επί ΣΥΡΙΖΑ «προχωράει επί μέρους νομοσχέδια, κρατάει τον δικό μας Αναπτυξιακό Νόμο και αυτόν για τις Στρατηγικές Επενδύσεις», αλλά την ίδια ώρα «κάνει αλλοιώσεις σε κάποια σημεία, προς τα πίσω, προς το χειρότερο» και «αρνείται την αναπτυξιακή στρατηγική, σαν να μην υπάρχει».

Ο Γ. Δραγασάκης σχολίασε και την σχεδιαζόμενη απόδοση σε ιδιώτες των ελεγκτικών διαδικασιών για επενδυτικά προγράμματα, καθώς είναι άλλο όπως είπε το Δημόσιο να χρησιμοποιεί ιδιώτες αξιολογητές και άλλο να «εκχωρείται η ίδια η δημόσια εξουσία και ευθύνη». Σημείωσε χαρακτηριστικά ότι σε περίπτωση που το νομοσχέδιο μείνει ως έχει, «ο ελεγχόμενος επιλέγει τον ελεγκτή του».

Αναφέρθηκε στην συνέχεια σε χαρακτηριστικές περιπτώσεις επενδύσεων που επιδοτήθηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ, με βασικό το στοιχείο της υψηλής προστιθέμενης αξίας, την γνώση και την εργασία, στην καινοτομία, την μεταποίηση. Δεν χρηματοδοτήθηκε π.χ. απλή εξόρυξη, αλλά «τώρα αλλάζουν τον νόμο, προσθέτουν και τις εξορύξεις στις επιδοτούμενες επιχειρήσεις. Θεωρούν στρατηγικό τομέα την εξόρυξη, αλλά και το… delivery, τις ταχυμεταφορές».

«Η εργασία», συνέχισε, «είναι κόστος για την ανάπτυξη, ή πηγή πλούτου; Είναι δυσάρεστο που τώρα περνούν αυτές οι ρυθμίσεις. Ο κόσμος αντιδρά, αλλά η αντίσταση πρέπει να γενικευτεί σε όλα αυτά που είναι σε αντίθετη κατεύθυνση από την βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη».

Με αφορμή τις τελευταίες κινήσεις και αναφορές σε ιδιωτικοποιήσεις τόσο για την ΔΕΗ όσο και για τις δημόσιες εταιρείες ύδρευσης, ο κ. Δραγασάκης είπε χαρακτηριστικά ότι «από την εποχή της Θάτσερ … η ανθρωπότητα έχει βγάλει συμπεράσματα … υπάρχουν τομείς που είναι αναντικατάστατος ο ρόλος του εγγυητή του δημόσιου αγαθού … στην Βρετανία το είδαν και με τους σιδηροδρόμους … ο ίδιος ο ΟΗΕ και όλη η προοδευτική ανθρωπότητα μιλάει για το αντίστροφο, μία σειρά αγαθά που πρέπει να ανακτηθούν από τους ιδιώτες προς όφελος της κοινωνίας … ακόμη και ο Σόιμπλε είπε ότι “δεν πρέπει να το… παρακάνουμε” με τις ιδιωτικοποιήσεις».

Για την διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος που ξεκίνησε από την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο και τις τάσεις που καταγράφονται στην σημερινή σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής και της Ολομέλειας, ο κ. Δραγασάκης σημείωσε ότι «αυτός που κυβερνά δεν είναι το κόμμα της ΝΔ με την στενή έννοια, αλλά ένα μπλοκ δυνάμεων, που χρησιμοποιούν τη ΝΔ ως όχημα για να επιβάλουν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, αυτές τις ρυθμίσεις στα εργασιακά, είναι ο “πάγκος” της ΝΔ για στελέχη … αποκαλύπτεται και η σχέση του ΣΕΒ με τη ΝΔ … προεκλογικά ως ιδεολογικός βραχίονας, τώρα σε οργανική σχέση».

«Στο Σύνταγμα η ΝΔ δεν πέτυχε αυτό που ήθελε, ακριβώς λόγω της σύνθεσης της προηγούμενης Βουλής», συνέχισε, «ήθελε να συνταγματοποιήσει την νεοφιλελεύθερη πολιτική». Έτσι, τώρα κινείται σε τρία ευαίσθητα θέματα, τον Απόδημο Ελληνισμό και την ψήφο του, τον Εκλογικό Νόμο και την Εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, «προσπαθεί να αναπτύξει πρωτοβουλίες για καθαρά μικροκομματικούς σκοπούς».

Τέλος, αναφέρθηκε αναλυτικά στην διαδικασία ανασυγκρότησης και διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ, για την οποία είπε χαρακτηριστικά ότι «πρέπει να το δούμε ως μία δεύτερη φάση της ίδρυσης του ΣΥΡΙΖΑ … έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για τον ΣΥΡΙΖΑ σαν να είναι ένα κανονικό κόμμα, αλλά δεν είναι έτσι», όπως τόνισε, καθώς «μέχρι το 2012 ήταν συνασπισμός αριστερών οργανώσεων».

«Το 2013 επιχειρήσαμε το πρώτο βήμα ενιαιοποίησης», αλλά «δεν αποκτήσαμε όλα τα όργανα, λειτουργίες και δομές που πρέπει να έχει ένα σύγχρονο αριστερό κόμμα, λαϊκό, κοινωνικό, των μαζών … Και επάνω εκεί, γινόμαστε κυβέρνηση!» όπως είπε χαρακτηριστικά. «Το έργο της ίδρυσης του ΣΥΡΙΖΑ από τότε ήταν ημιτελές. Η διεύρυνση, οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες, αν δεν ήμασταν κυβέρνηση θα τα είχαμε κάνει. Σήμερα λοιπόν πρέπει να τρέξουμε, αλλά να τρέξουμε και με σοβαρότητα, με αίσθημα ευθύνης. Εξακολουθούμε να εκπροσωπούμε την ελπίδα, ιδίως των λαϊκών στρωμάτων που έχουν υποστεί όλα τα δεινά της κρίσης … πρέπει να προχωρήσουμε σε διαδικασία ποσοτικής οργανωτικής διεύρυνσης και ποιοτικής αναβάθμισης».