Εκεί, θα πραγματοποιηθεί η συζήτηση επί της αρχής των συνολικά 49 αναθεωρήτεων διατάξεων που έχει προτείνει η προηγούμενη. Η ομοφωνία, εξαντλήθηκε στα διαδικαστικά, καθώς αποφασίστηκε η Επιτροπή να συνεδριάζει δις εβδομαδιαίως, Τετάρτη και Πέμπτη στις 10 το πρωί. 

Η ψηφοφορία επί των αναθεωρητέων, θα γίνει στην τελευταία συνεδρίαση. Την Πέμπτη, ξεκινά η ουσιαστική συζήτηση με τη θεματική ενότητα που αφορά τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας. 

Σχετικά με το άρθρο 10, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ είχαν εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη, με τον γενικό εισηγητή της κυβερνητικής πλειοψηφίας Κώστα Τζαβάρα και τον πρόεδρο της Επιτροπής Αναθεώρησης Ευριπίδη Στυλιανίδη, να υποστηρίζουν ότι η προηγούμενη αναθεωρητική Βουλή είναι προτείνουσα και η παρούσα Βουλή είναι αναθεωρητική και αποφασίζει για την κατεύθυνση των προτεινόμενων συνταγματικών διατάξεων. Άποψη με την οποία συντάχθηκαν το ΚΙΝΑΛ και το ΜεΡΑ25.

Ωστόσο, τόσο ο γενικός εισηγητής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Γιώργος Κατρούγκαλος, όσο και η αντιπρόεδρος της Επιτροπής Αναθεώρησης Έφη Αχτσιόγλου, επέμειναν ότι η προηγούμενη αναθεωρητική Βουλή δεσμεύει την παρούσα αναθεωρητέα Βουλή. Ο γενικός εισηγητής της ΝΔ, Κωνσταντίνος Τζαβάρας, υποστήριξε ότι η προηγούμενη αναθεωρητική Βουλή προτείνει τα υπό αναθεώρηση άρθρα και η παρούσα αναθεωρητική Βουλή αποφασίζει ως προς την κατεύθυνση και το περιεχόμενο τους.

«Η παρούσα αναθεωρητική Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, θα επιτελέσει κατά κυριολεξία το αναθεωρητικό εγχείρημα και θα αποφασίσει τα σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις τις οποίες προσδιόρισε η προηγούμενη προτείνουσα αναθεωρητική Βουλή», είπε ο κ. Τζαβάρας και πρόσθεσε:

«Η προηγούμενη προτείνουσα Βουλή, είχε την αρμοδιότητα να διαπιστώσει την ανάγκη αναθεώρησης διατάξεων. Η παρούσα όμως αναθεωρητική Βουλή, έχει αποκλειστικά και αδέσμευτα την αρμοδιότητα να προσδιορίσει, χωρίς να δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις και υποδείξεις της προηγούμενης αναθεωρητικής επιτροπής, το περιεχόμενο».

Ταυτόχρονα, ο κ. Τζαβάρας επικαλέστηκε σειρά κορυφαίων συνταγματολόγων της χώρας, καθώς και αποφάσεις των δύο Ανώτατων Δικαστηρίων, τονίζοντας ότι «η σημερινή βουλή θα επιτελέσει το συνταγματικό της έργο χωρίς να δεσμεύεται από τις υποδείξεις και τις λεκτικές αναφορές που περιλαμβάνονται στο κείμενο της προηγούμενης Βουλής».

«Δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε την ασύνδετη αναθεωρητική διαδικασία και την χωρίς δέσμευση της παρούσας αναθεωρητικής Βουλής, από την προηγούμενη αναθεωρητική Βουλή που δίνει κατεύθυνση», αντέτεινε ο γενικός εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Κατρούγκαλος.

«Αν δεχόμασταν ότι δεν υπάρχει αιτιολογία και κατεύθυνση των αναθεωρητέων άρθρων στην προηγούμενη Βουλή, τότε ποιο κοινοβουλευτικό κόμμα θα ξεκινούσε μια διαδικασία πολιτικά ανεξέλεγκτη; Το Σύνταγμα θέλει διάρκεια, για αυτό ξεκινά η αναθεωρητική διαδικασία από την προτείνουσα Βουλή και ολοκληρώνεται στην επόμενη Βουλή, γιατί ακριβώς, επιδιώκει ευρύτερες συναινέσεις διάρκειας και όχι αιφνιδιασμούς και παίγνια», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Κατρούγκαλος και συμπλήρωσε:

«Θα ήταν παράλογο, άλλη κατεύθυνση να δίνει η προτείνουσα Βουλή και άλλη η αναθεωρητική Βουλή».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η αντιπρόεδρος της Επιτροπής Αναθεώρησης και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Έφη Αχτσιόγλου, που υπεραμύνθηκε της άποψης ότι η παρούσα αναθεωρητική βουλή δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις που έδωσε η προτείνουσα Βουλή ενώ υποστήριξε ότι η πρόταση της ΝΔ υποτιμά το ίδιο το σύνταγμα.

«Το σύνταγμα μας διασφαλίζει τη σταθερότητα σε δύο ισοδύναμες βουλές με συναινέσεις με συναινέσεις μακράς διάρκειας για αυτό προβλέπει αναθεώρηση σε δύο φάσεις. Αν ήταν μόνοι οι αριθμοί των άρθρων τότε δεν θα είχαν το σκεπτικό για αναθεώρησή τους», τόνισε η κ. Αχτσιόγλου και πρόσθεσε . «Ακούστηκε το επιχείρημα από τη ΝΔ ότι έχει μεσολαβήσει η λαϊκή ετυμηγορία και άρα δεν δεσμεύεται η παρούσα Βουλή. Η άποψη όμως αυτή, καταργεί τη συνταγματική πρόνοια για μακροχρόνιες συναινέσεις, διαφορετικά γιατί να απαιτεί δύο Βουλές;».

Ο γενικός εισηγητής του ΚΙΝΑΛ, Ανδρέας Λοβέρδος, συντάχθηκε με την άποψη της ΝΔ ως προς την ερμηνεία του άρθρου 110 του Συντάγματος, τονίζοντας ότι η προτείνουσα προηγούμενη Βουλή δεν δεσμεύει σε καμία περίπτωση, ως προς την κατεύθυνση και την ερμηνεία των αναθεωρητέων διατάξεων, την παρούσα αναθεωρητική βουλή.

«Η αναθεωρητική Βουλή έχει την ευχέρεια, είτε να μην κάνει καθόλου αναθεώρηση, είτε να την κάνει, αλλά μόνο όμως ως προς τις διατάξεις που πρότεινε η προηγούμενη Βουλή. Άρα, η δεύτερη Βουλή δεσμεύεται μόνο ως προς το ότι δεν μπορεί να διευρύνει τα αναθεωρητέα άρθρα», υποστήριξε ο κ. Λοβέρδος και πρόσθεσε:

«Θέση του ΚΙΝΑΛ είναι ότι η παρούσα αναθεωρητέα Βουλή δεν δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της προηγούμενης προτείνουσας Βουλής. Αυτές οι απόψεις είναι άλματα και διανοητικές συνταγματικές εκτροπές. Η μεσολάβηση των εκλογών δημιουργεί το τεκμήριο της δημοκρατικής νομιμότητας».

Από την πλευρά της, η γενική εισηγήτρια του ΜεΡΑ25 Αγγελική Αδαμοπούλου, υποστήριξε ότι «ο θεματικός προσδιορισμός και όχι η κατεύθυνση είναι ο κρίσιμος παράγοντας της προτείνουσας Βουλής» και τόνισε ότι «η παρούσα Βουλή θα ερμηνεύσει η ίδια το πώς αντιλαμβάνεται το υπό αναθεώρηση θεσμικό πλαίσιο».

«Η προτείνουσα Βουλή, σε καμία περίπτωση δεν έχει τη δυνατότητα να δεσμεύσει την επόμενη αναθεωρητική βουλή, απλώς διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης διατάξεων. Αυτή είναι η άποψη και κορυφαίων συνταγματολόγων», ανέφερε η κ. Αδαμοπούλου. Διαφωνίες μεταξύ των κομμάτων για ιδεολογικό προσανατολισμό αναθεώρησης αλλά και παραδοχή της ανάγκης ευρύτατων συναινέσεων.

Στη σημερινή πάντως πρώτη συζήτηση της Επιτροπής, όλοι οι ομιλητές, παρά τις όποιες διαφωνίες και τις διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις που είχαν επί των προτεινόμενων αναθεωρητέων διατάξεων, συμφώνησαν στην ανάγκη μιας ευρύτερης συναινετικής σύγκλισης πάνω σε μια τόσο κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία.

Ο γενικός εισηγητής της ΝΔ, Κώστας Τζαβάρας, υπογράμμισε ότι το έργο της προηγούμενης αναθεωρητικής Βουλής διεκδικεί δάφνες ως προς την ποιότητα κοινοβουλευτικού έργου.

Ο κ. Τζαβάρας υπογράμμισε ότι η φιλελεύθερη παράταξη της ΝΔ, μετά τις εκλογές, παίρνει στα χέρια της την αναθεώρηση και φέρνει μια πρόταση που υπηρετεί, όπως είπε, «τον θεμελιώδη στόχο για την επιστροφή στη κανονικότητα, μετά από 10 χρόνια κρίσης που δοκίμασαν τις θεσμικές αντοχές της χώρας και υποχρέωσαν το πολιτικό σύστημα να κάνει πράγματα που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα συμβούν».

«Πρέπει να συζητήσουμε σε καθεστώς διαλογικού ανταγωνισμού, όπως αυτό αναδείχθηκε στη προηγούμενη αναθεωρητική Βουλή που είχε ποιοτικά στοιχεία κοινοβουλευτισμού, παρότι δεν καταφέραμε να υπερβούμε τις διαφωνίες και να καταλήξουμε σε κοινούς τόπους. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι, εκτός από συγκρουσιακό χαρακτήρα, θα πρέπει αυτήν την κορυφαία διαδικασία, να τη προσεγγίσουμε με διαφορετικές μεν ιδεολογικές αντιλήψεις, αλλά και με την έγνοια της συναίνεσης», τόνισε ο κ. Τζαβάρας και πρόσθεσε:

«Δεν πρέπει να υπάρχουν ιδεολογικές αγκυλώσεις σαν αυτές που δεν επέτρεψαν στη προηγούμενη Βουλή να πάμε ένα βήμα μπροστά όπως στη κατεύθυνση της αλλαγής του άρθρου 16, για να μπορέσει η Ελλάδα να διαθέτει μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια».

Ακόμα, ο κ. Τζαβάρας καταλόγισε στο ΣΥΡΙΖΑ «άρνηση στην προηγούμενη αναθεωρητική διαδικασία να συμφωνήσει με τη ΝΔ σε διατάξεις που θα θεράπευαν την αδυναμία του κοινοβουλευτικού έργου και θα υπηρετούσαν το δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον».

«Σε αυτό σας καλώ να δώσουμε εξετάσεις – και, όπως στη προηγούμενη Βουλή, πρέπει να δώσουμε ολοκληρωμένο, γόνιμο και επικοδομητικό ρόλο σε αυτή την αναθεωρητική διαδικασία», κατέληξε ο εισηγητής της ΝΔ.

Από την πλευρά του, ο γενικός εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Κατρούγκαλος, υπογράμμισε ότι θα είναι βόμβα στα θεμέλια της Δημοκρατίας η αλλαγή της διάταξης που ορίζει ότι ο εκλογικός νόμος ισχύει από τις επόμενες εκλογές αφού υπερψηφιστεί από 200 βουλευτές – και το ίδιο όπως είπε, ισχύει και για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με 151 ψήφους.

«Και εμείς θέλουμε το διάλογο, αναγνωρίζουμε ότι συναινέσεις δεν μπορεί να υπάρχουν σε όλα τα επίπεδα λόγω των ιδεολογικών μας διαφορών, όμως δεν πρέπει αυτή η διαδικασία να αντιμετωπιστεί ως παίγνιο. Ακούστηκε η άποψη ότι μπορούμε να αναθεωρήσουμε την ελάχιστη πλειοψηφία του εκλογικού νόμου για να ισχύσει στην επόμενη Βουλή. Αυτή η λαθροχειρία δεν μπορεί να γίνει. Κανείς δεν μπορεί να βάλει βόμβα στα θεμέλια της Δημοκρατίας. Μιλάμε για την αλφαβήτα του Συντάγματος», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Την πλήρη διαφωνία του κόμματος του εξέφρασε και για τη δυνατότητα εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας με 151 ψήφους, τονίζοντας ότι δεν μπορεί με το άθροισμα της πλειοψηφίας να διατηρεί το αξίωμα του ως ρυθμιστής του πολιτεύματος.

«Η συγκεκριμένη, 9η κορυφαία αναθεωρητική Βουλή σημαίνει και πλήρη επιστροφή στη κανονικότητα, κάτι για το οποίο αισθανόμαστε περήφανοι στο ΣΥΡΙΖΑ διότι πετύχαμε την έξοδο από το μνημόνια ενώ σε επίπεδο θεσμών θεραπεύσαμε τις πληγές της κρίσης. Η σημερινή λοιπόν συνταγματική διαδικασία πρέπει να βάλει οριστικά τελεία και παύλα στη κρίση», ανέφερε ο κ. Κατρούγκαλος.

Μίλησε ακόμα για προσπάθεια της ΝΔ να «συνταγματοποιηθεί ο νεοφιλευθερισμός», ενώ υπεραμύνθηκε των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ, που όπως είπε, άξονάς τους ήταν και είναι η διεύρυνση και η εμβάθυνση της δημοκρατίας με την ενεργή συμμετοχή των πολιτών σε κρίσιμα ζητήματα, και η θεραπεία των θεσμικών αμαρτιών όπως η απαράδεκτη ασυλία του πολιτικού προσωπικού.

«Βρισκόμαστε μπροστά σε μια σοβαρή δοκιμασία που θα κρίνει τη σοβαρότητα κάθε πολιτικής δύναμης για την επαναφορά του πολιτικού συστήματος στη κανονικότητα», επεσήμανε ο κ. Κατρούγκαλος.

Παράλληλα, καταλόγισε ευθύνες στη ΝΔ για το ότι δεν κατέληξε η προηγούμενη Βουλή σε συγκλίσεις για την αναθεώρηση του άρθρου 24 για την κλιματική αλλαγή, τονίζοντας ότι υπήρξαν ακραίες υπονομευτικές απόψεις.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Επιτροπής Αναθεώρησης Ευριπίδης Στυλιανίδης, υποστήριξε ότι, αυτή η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα, λόγω ιδεοληπτικών πολιτικών δυνάμεων που αρνήθηκαν την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 16 για τη λειτουργία ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.

«Και μόνο για το άρθρο 16, υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα η αναθεώρηση του Συντάγματος, εξαιτίας ιδεοληπτικών δυνάμεων της χώρας. Αυτή η αναθεώρηση έπρεπε να αποτελέσει μια μοναδική ευκαιρία για ένα νέο εγχείρημα. Αυτή την έννοια είχε η ευρύτατη συναίνεση που πρόσφερε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Δυστυχώς όμως η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ επιδίωξε την ιδεολογικοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας και έτσι κατέληξε να είναι μια περιορισμένη, φτωχή και κολοβή αναθεώρηση», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Στυλιανίδης.

Ο γενικός εισηγητής του ΚΙΝΑΛ Ανδρέας Λοβέρδος, κατηγόρησε τη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ότι «με δική της ευθύνη έρχεται μια περιορισμένη αναθεώρηση» και τόνισε ότι πρέπει να ακυρωθεί για να μην χαθούν άλλα 10 χρόνια μέχρι την επόμενη αναθεώρηση.

«Δουλέψαμε σωστά, αφήσαμε τις γενικότερες πολιτικές αντιπαραθέσεις, ωστόσο η εργασία μας δεν κατάφερε να περάσει τους τοίχους της Βουλής, γιατί με ευθύνη της κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν αγγίχτηκαν τα ουσιαστικά θέματα που αφορούν τους πολίτες», ανέφερε ο κ. Λοβέρδος και συμπλήρωσε:

«Φτάνουμε σε αυτή την αναθεωρητική βουλή σε συνθήκες πολιτικής ανυποληψίας. Άποψη του ΚΙΝΑΛ είναι, αυτή η αναθεώρηση να μην γίνει, να την ακυρώσουμε όπως έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε, και να συντάξουμε μια νέα πρόταση για την επόμενη Βουλή». Διαφορετικά, εξήγησε ο κ. Λοβέρδος, αν πραγματοποιηθεί η παρούσα αναθεώρηση, σημαντικά άρθρα όπως το άρθρο 16, θα πρέπει να περάσουν άλλα δέκα χρόνια μέχρι να αναθεωρηθούν. «Ακόμα μια μεγάλη ευκαιρία χάνεται, αυτό είναι το μήνυμα αυτής της αναθεώρησης», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Λοβέρδος.

Ακόμα, χαρακτήρισε «κατάφωρα αντισυνταγματική» τη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την ψήφο των Ελλήνων εκτός της ελληνικής επικρατείας, καθώς όπως είπε, προτείνει να μην προσμετράται η ψήφος αυτή στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Από την πλευρά του, ο γενικός εισηγητής του ΚΚΕ Γιάννης Γκιόκας, κάλεσε τη ΝΔ να ξεκαθαρίσει συγκεκριμένα τις προτάσεις της πάνω σε κρίσιμα ζητήματα, τα οποία σκοπίμως δεν αποσαφηνίζει, όπως είπε, αναφέροντας χαρακτηριστικά τον εκλογικό νόμο και το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων .

Όπως είπε, υπάρχουν άρθρα που ψηφίστηκαν με 180 ψήφους και άρα χρειάζονται τώρα μόνο 151 ψήφους, τονίζοντας ότι «το ΚΚΕ ήταν εξαρχής αντίθετο (σ.σ. με το να ψηφιστούν τα άρθρα αυτά με 180 ψήφους) για να μην μπορεί η ΝΔ να έχει λυμένα τα χέρια της και να προχωρήσει σε μια αναθεώρηση κατά το δοκούν».

Επιτέθηκε ταυτόχρονα και στο ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίζοντας ότι «διακατέχεται από μια βαθιά συντηρητική άποψη που είναι σχεδόν ταυτόσημη με της ΝΔ», ενώ τον κατηγόρησε ότι «αρνήθηκε τον πλήρη διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας φέρνοντας μια πρόταση με ημίμετρα».

Σε αυτήν την αναθεώρηση, είπε ο κ. Γκιόκας, υπάρχει «ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τις άλλες αναθεωρητικές διαδικασίες, καθώς στις προηγούμενες το κυβερνών κόμμα ήταν το ίδιο ενώ τώρα έχει μεσολαβήσει αλλαγή κυβέρνησης».

Έμφαση έδωσε στις προτάσεις του ΚΚΕ για την προστασία και την διεύρυνση των εργατικών και ατομικών δικαιωμάτων, αλλά και την ενίσχυση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, τονίζοντας ότι, «δεν έχουμε αυταπάτες πως θα έχουμε ένα προοδευτικό σύνταγμα».

«Η στρατηγική που υπηρετείτε, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, δεν χωρά την παραμικρή απόκλιση για στοιχειώδες αλλαγές του αστικού κράτους. Μπορεί οι προτάσεις της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ να φαίνονται πως είναι σε διαφορετική κατεύθυνση, όμως σε κρίσιμα άρθρα θα διαπιστωθεί ότι παρά τις επιμέρους, επικοινωνιακού χαρακτήρα διαφορές, υπάρχει ένα νήμα που τις συνδέει και είναι οι κοινοί στόχοι για πολιτική σταθερότητα, ώστε να μην διαταράσσεται ακόμα και με την πίεση του λαϊκού παράγοντα. Αυτό αποδεικνύεται και με την αναθεώρηση του άρθρου 32, που αποσυνδέει την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τις εκλογές και σε αυτό συμφώνησε και ο ΣΥΡΙΖΑ», ανέφερε ο κ. Γκιόκας και συμπλήρωσε:

«Δεύτερος κοινός στόχος σας είναι η αναστήλωση της ηθικοποίησης του πολιτικού συστήματος και σε αυτό εντάσσεται το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών».

«Οι προτάσεις σας είναι περιορισμένου χαρακτήρα και ύποπτες. Εμείς θα αναδείξουμε στο λαό για το τι πρέπει να παλέψει και να διεκδικήσει», κατέληξε ο κ. Γκιόκας.

Ο γενικός εισηγητής της Ελληνικής Λύσης, Κωνσταντίνος Χήτας, υποστήριξε ότι οι προτεινόμενες αναθεωρητές διατάξεις του καταστατικού χάρτη της χώρας, αν και πολλές, δεν δείχνουν πολιτική γενναιότητα για ουσιαστικές αλλαγές, αλλά ευθυγραμμίζονται με την παγκοσμιοποίηση.

«Είναι αναγκαίο να είναι πιο γενναίες σε ό,τι αφορά στη λειτουργία του κράτους, με ισχυροποίηση των κοινωνιών απέναντι στη παγκοσμιοποίηση που στοχεύει στη κατάργηση των εθνικών συνόρων.

«Εμείς ούτε νεοδεξιά ούτε νεοαριστερά είμαστε. Είμαστε ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση και υπέρ της αποκεντρωμένης εξουσίας, υπέρ μιας ενεργούς, δυναμικής και ισχυρής κοινωνίας με τη συμμετοχή της στη λήψη των αποφάσεων», υποστήριξε ο κ. Χήτας.

Ακόμα, έδωσε έμφαση στις προτάσεις του κόμματός του, που προβλέπουν μεταξύ άλλων, εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό με αυξημένες αρμοδιότητες, εκκίνηση της αναθεώρησης με την συλλογή 200.000 υπογραφών, κατάργηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών και δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία για σημαντικά θέματα.

«Ευχή μας είναι αυτή η συνταγματική αναθεώρηση να είναι πραγματικά ένα νέο ξεκίνημα για τη χώρα και όχι μία από τα ίδια», κατέληξε.

Στην ανάγκη «να πρυτανεύσει η νηφαλιότητα και να γίνει ουσιαστική προσπάθεια για ευρύτατες συναινέσεις μακριά από μικροκομματικούς και ευκαιριακούς συσχετισμούς», αναφέρθηκε η γενική εισηγήτρια του ΜεΡΑ25 Αγγελική Αδαμοπούλου.

Μίλησε ακόμα «για ανεπαρκή χρόνο και ασφυκτικές προθεσμίες για μια τόσο κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία» και τόνισε ότι «πρέπει να υπάρξει μια ουσιαστική ριζική προοδευτική αναθεώρηση με στόχο την εμβάθυνση της δημοκρατίας και τη ρητή κατοχύρωση μιας γνήσιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας».

Επίσης, επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι, «πρέπει να τερματιστεί ο επαγγελματίας βουλευτής και ο θεσμός του βουλευτή επικρατείας, να εξαλειφθεί η αποσβεστική προθεσμία για αδικήματα υπουργών, να αποσυνδεθεί η Βουλή από την ασυλία των βουλευτών».

Ακόμα, τάχθηκε υπέρ της καθιέρωσης της απλής αναλογικής, της κατάργησης νόμων με λαϊκή πρωτοβουλία, καθώς και υπέρ της καθολικής πρόσβασης στα δημόσια αγαθά όπως το νερό.

«Έχουμε χώρο για συναινέσεις, όλοι πρέπει να συμβάλουμε δημιουργικά και χωρίς αγκυλώσεις και δικομματικές διελκυστίνδες και χωρίς να προδώσουμε την αρχή της αντιπροσωπευτικότητας ούτε της εντολής που λάβαμε από το λαό», κατέληξε η γενική εισηγήτρια του ΜεΡΑ25.