Ο πρωθυπουργός σηξμείωσε ότι οι χώρες εισόδου δεν μπορούν και δεν πρέπει να επωμιστούν μόνες τους το βάρος της μεταναστευτικής πίεσης και υπογραμμίζοντας προς τους Ευρωπαίους εταίρους το «προφανές»: «η Ελλάδα δεν μπορεί να αντέξει μόνη της το βάρος των μαζικών κινήσεων των ανθρώπων που φεύγουν από τους πολέμους και την καταπίεση ή απλώς αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον». Σημείωσε δε ότι «αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν την Ελλάδα ως τελικό προορισμό τους. Έρχονται στην Ευρώπη μέσω των εξωτερικών μας συνόρων, τα οποία τυγχάνει να είναι τα ελληνικά σύνορα. Η δυστυχία αυτών των ανθρώπων δεν μπορεί να μετατραπεί σε όπλο στην υπηρεσία των πολιτικών στόχων από οποιονδήποτε και πουθενά».

Διατυπώνοντας τις θέσεις της κυβέρνησης είπε ότι πρέπει να γίνει σεβαστή η συμφωνία μεταξύ  Ε.Ε. και Τουρκίας, και τόνισε: «Η Τουρκία πρέπει να πράξει πολλά περισσότερα για να εκπληρώσει το μερίδιο της στη συμφωνία. Η πρόσφατη μεγάλη αύξηση του αριθμού των μεταναστών που διασχίζουν το Αιγαίο είναι απαράδεκτη. Η Ευρώπη πρέπει να συνεχίσει να υποστηρίζει οικονομικά την Τουρκία, αναγνωρίζοντας έτσι ότι εκατομμύρια πρόσφυγες διαβιούν σήμερα στην Τουρκία. Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να κινηθεί γρήγορα για να υιοθετήσει νέους κοινούς κανόνες για τους αιτούντες άσυλο, οι οποίοι θα ισχύουν για όλες τις χώρες».

Ο πρωθυπουργός απευθύνθηκε προς τις χώρες της ΕΕ λέγοντας ότι «δεν μπορεί να είναι μέλος της ζώνης του Σένγκεν και να επωφελείται από την ελεύθερη κυκλοφορία των ανθρώπων, ενώ παράλληλα αρνείται να συμμετάσχει σε ρυθμίσεις για την κατανομή των βαρών όσον αφορά τη μεταναστευτική κρίση».

Για τα ελληνοτουρκικά, ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι η ελλάδα εμμένει στον σταθεροποιητικό της ρόλο σε μια περιοχή που αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις και παραμένει απόλυτα προσηλωμένη στην αρχή των σχέσεων καλής γειτονίας με όλους τους γείτονές της. Ωστόσο, «καμία απτή πρόοδος στις σχέσεις μεταξύ δύο γειτονικών χωρών δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, καθώς και των Διεθνών Συνθηκών. Ενέργειες που επίμονα αμφισβητούν την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας υπονομεύουν τη βασική αρχή των σχέσεων καλής γειτονίας, παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο και παρεμποδίζουν σοβαρά τις προσπάθειες προς μια αμοιβαία επωφελή σχέση», τόνισε.

Για την Κύπρο επανέλαβε μετά τον πρόεδρο Αναστασιάδη ότι η μόνη αποδεκτή λύση είναι η εξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, με ενιαία κυριαρχία, ενιαία διεθνή νομική εκπροσώπηση και ενιαία ιθαγένεια. «Η Ελλάδα είναι έτοιμη να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του παρωχημένου, αναχρονιστικού Συστήματος Εγγυήσεων του 1960 και των μονομερών «δικαιωμάτων» παρέμβασης και για την απόσυρση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής από το νησί» σημεπιωσε.

«Ωστόσο, οι παράνομες γεωτρήσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και τα χωρικά ύδατα της Κύπρου παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο. Υπονομεύουν κατάφωρα τις συνεχιζόμενες προσπάθειες, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων στην Κύπρο και κλιμακώνουν τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διπλωματία των κανονιοφόρων δεν ανήκει στον 21ο αιώνα, αλλά στο 19ο. Επιπλέον, οι πρόσφατες τουρκικές ενέργειες και δηλώσεις σχετικά με το άνοιγμα των Βαρωσίων υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση παραβιάζουν κατάφωρα τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες απαιτούν την επιστροφή όλων των νόμιμων κατοίκων στα Βαρώσια υπό τη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών» υπογράμμισε.

Στην αρχή της ομιλίας του ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι «μια νέα μέρα έχει ανατείλει για την Ελλάδα» μετά τις εκλογές. «Κθώς προχωράμε για να οδηγήσουμε τη χώρα μας μακριά από τις καταιγίδες που την ταλαιπώρησαν για μια δεκαετία, προς τις ήρεμες θάλασσες και τους φωτεινούς ορίζοντες, διατηρούμε επίγνωση της θέσης μας στην ευμετάβλητη περιοχή στην οποία ζούμε, του ρόλου μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα ιδανικά της οποίας εμπνεύσαμε και τις ευθύνες μας στον ευάλωτο κόσμο που κατοικούμε όλοι» συμπλήρωσε.