«Η Ευρώπη δεν μπορεί να υποκρίνεται άλλο πως το μεταναστευτικό επηρεάζει μόνο τα κράτη-μέλη που έχουν εξωτερικά σύνορα». Αυτή ήταν μια αποστροφή της τοποθέτησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στη χθεσινή ολομέλεια του συνεδρίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Πρόκειται για μια επισήμανση που είναι στο ίδιο μήκος κύματος με την αποστροφή του πρωθυπουργού στη συνέντευξή του στη γερμανική Handelsblatt προ μερικών ημερών, όπου υπογράμμισε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική στο ζήτημα προσομοιάζει με την τακτική της στρουθοκαμήλου να χώνει το κεφάλι της μέσα στην άμμο. 

Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση εκπέμπει σήματα προς την Ευρώπη εδώ και αρκετό καιρό. Από εκεί, δε, που ο απερχόμενος επίτροπος Μετανάστευσης Δημήτρης Αβραμόπουλος διετύπωνε-κομψά-παρατηρήσεις εν είδει κίτρινης κάρτας για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε περάσει εδώ και αρκετούς μήνες σε μια κατάσταση αδράνειας. Μετά τις Ευρωεκλογές του Μαϊου που οδήγησαν σε μια εντελώς καινούργια κατάσταση στο «ιερατείο» των Βρυξελλών, η Ευρώπη παραμένει σε μεταβατικό στάδιο. 

Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση προσβλέπει στη βοήθεια της Γερμανίας. Ήδη, ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ έχει καταστρώσει ένα σχέδιο που επιδιώκει να αντικαταστήσει το περίφημο Δουβλίνο που, όπως είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο Ζάγκρεμπ, «είναι πλέον θλιβερά ανεπαρκές». Το πότε θα λειτουργήσει αυτό το σχήμα που προβλέπει μεταφορά αιτούντων άσυλο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης μετά την κατάθεση του αιτήματος στη χώρα πρώτης υποδοχής, είναι ασαφές. Απαιτούνται, όπως πάντα διαβουλεύσεις, αλλά θεωρείται ότι η γερμανική προεδρία στο δεύτερο εξάμηνο του 2020 μπορεί να είναι αποφασιστικής σημασίας. Πάντως, η πρόσφατη εμπειρία για τις ατέρμονες συζητήσεις αναφορικά με τον κοινό ευρωπαϊκό μηχανισμό ασύλου που είναι υπό διαβούλευση ήδη από το 2016 δεν είναι ευχάριστη. 

Στην προσπάθεια διεθνοποίησης του προβλήματος, ο κ. Μητσοτάκης μιλά με όποιον πρέπει, όπως για παράδειγμα με τον «μπροστάρη» των Ευρωπαίων σκληρών, τον Αυστριακό Ζεσμπάστιαν Κουρτς, με τον οποίο συναντήθηκε στο Ζάγκρεμπ. Σημειωτέον, ο κ. Κουρτς ήταν αυτός που είχε πρωτοστατήσει μεταξύ των χωρών του Βίζεγκραντ στο κλείσιμο του βαλκανικού διαδρόμου, ως ΥΠΕΞ της κυβέρνησης Φάυμαν, στις αρχές του 2016. 

Στην πραγματικότητα, πέρα από τον κοινό μηχανισμό ασύλου ή τον διάδοχο του Δουβλίνου, ο κ. Μητσοτάκης πιέζει τους Ευρωπαίους για μια παρέμβαση προς την Τουρκία, η οποία εφαρμόζει πλημμελώς την Κοινή Δήλωση με την Ε.Ε. «Η Συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας πρέπει να γίνει σεβαστή και η Τουρκία οφείλει να κάνει περισσότερα, ώστε να εκπληρώσει το κομμάτι που της αναλογεί», είπε χθες στο ΕΛΚ ο κ. Μητσοτάκης. Τα κανάλια επικοινωνίας Αθήνας-Άγκυρας και Βρυξελλών-Άγκυρας βεβαίως υπάρχουν, αλλά, πρακτικά, η Άγκυρα δεν εγκαλείται από τις Βρυξέλλες για το πώς (δεν) εφαρμόζει το σκέλος της Δήλωσης που της αναλογεί.

Δεν είναι, δα, μυστικό ότι πολλοί, τόσο στην Αθήνα όσο και στις Βρυξέλλες, θεωρούν την Κομισιόν που θα ξεκινήσει το έργο της στις αρχές Δεκεμβρίου «κουτσή πάπια». Στηρίζεται στους συσχετισμούς από τρία κόμματα και δεν έχει «άνεση» στο Κοινοβούλιο, ενώ αναλαμβάνει τα ηνία σε μια περίοδο, όπου ευρωπαϊκές σταθερές εκλείπουν, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Άνγκελα Μέρκελ, η οποία βαίνει προς το τέλος της θητείας της και έχει να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα στο εσωτερικό του γερμανικού κυβερνητικού συνασπισμού. Την ίδια ώρα, ο Εμανουέλ Μακρόν αναδεικνύεται ως «ισχυρός παίκτης», αλλά με έναν τρόπο που τον φέρνει πολλές φορές σε σύγκρουση με τις Βρυξέλλες.  

Εν γνώσει αυτών των δύσκολων συσχετισμών, η Αθήνα αποφάσισε να αναλάβει δράση και να αλλάξει το δόγμα αντιμετώπισης του μεταναστευτικού, με αιχμή πλέον τα κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα. Βεβαίως, όπως παραδέχονται δημοσίως κορυφαίοι υπουργοί, οι ροές από την Τουρκία είναι κλειδί. Αλλά, όπως το βλέπει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η Αθήνα θα κάνει ό,τι πρέπει, προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση, χωρίς να επαφίεται στην ευρωπαϊκή πίεση προς την Τουρκία για να κλείσει την κάνουλα.