Την ένσταση κατέθεσαν η Έφη Αχτσιόγλου και ο Σωκράτης Φάμελλος καθώς όπως υποστηρίζουν:

-Το άρθρο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι για τους νεοπροσλαμβανόμενους στη ΔΕΗ δεν θα ισχύει η Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ο Κανονισμός Κατάστασης Προσωπικού της ΔΕΗ και οποιαδήποτε άλλη επιχειρησιακή συμφωνία για μισθούς, επιδόματα, άδειες κλπ. Η κυβέρνηση καταργεί με νόμο τη συλλογική σύμβαση στη ΔΕΗ για τους νεοπροσλαμβανόμενους, οι οποίοι θα έχουν χαμηλότερους μισθούς, χωρίς προσαυξήσεις, επιδόματα και παροχές που προβλέπει η συλλογική σύμβαση. Έτσι, δυο εργαζόμενοι που παρέχουν την ίδια εργασία και δουλεύουν στο ίδιο πόστο θα αμείβονται με εντελώς διαφορετικούς μισθούς, πράγμα συνταγματικά ανεπίτρεπτο.

·Η ρύθμιση παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και το επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία. Παραβιάζει, ακόμη, τη συνταγματικά κατοχυρωμένη συλλογική αυτονομία, καθώς κάνει ευθεία νομοθετική παρέμβαση ενάντια στο δικαίωμα των εκπροσώπων εργαζομένων και εργοδοτών να καθορίζουν από κοινού, με ελεύθερη διαπραγμάτευση και συλλογική σύμβαση, τους μισθούς και τους όρους εργασίας, χωρίς επεμβάσεις τρίτων και ιδιαίτερα του κράτους.

·Μια μέρα μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος επιβεβαιώνεται γιατί η ΝΔ κράτησε εχθρική στάση στη θωράκιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Διότι πρόθεση της είναι να παραβιάζει το Σύνταγμα με τους νόμους της.

Το έγγραφο της Ένστασης:

ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

(κατ’ άρθρο 100 του Κανονισμού της Βουλής)

του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Απελευθέρωση αγοράς ενέργειας, εκσυγχρονισμός της ΔΕΗ, ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠΑ και στήριξη των ΑΠΕ»

Οι βουλευτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που υπογράφουμε, προβάλλουμε ένσταση και αντιρρήσεις λόγω αντισυνταγματικότητας κατά του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και συγκεκριμένα ως προς το άρθρο 3 με το τίτλο «Προσλήψεις προσωπικού αορίστου χρόνου», ειδικότερα δε ως προς την παράγραφο 5 αυτού, που προβλέπει τα εξής: «Οι συμβάσεις αορίστου χρόνου που καταρτίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο διέπονται από τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα και από τις διατάξεις της προκήρυξης, κατά παρέκκλιση από την ισχύουσα στην επιχείρηση Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή από τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ ή από οποιαδήποτε άλλη επιχειρησιακή συμφωνία, ρύθμιση ή συνήθεια, ιδίως ως προς τις αποδοχές των νεοπροσλαμβανόμενων, τις άδεις, τις κάθε είδους προσαυξήσεις των αποδοχών, τα επιδόματα και λοιπές παροχές, καθώς και τους όρους και τη διαδικασία των απολύσεων. Ειδικότερα, συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των προσλαμβανομένων που συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, μπορείς να καταγγέλλονται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποέσεις της εκάστοτε ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας».

Η πιο πάνω προτεινόμενη διάταξη αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1,23 παρ. 1 και 22 παρ. 2 του Συντάγματος, για τους ακόλουθους λόγους:

Α΄.Το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνο η ισότητα των πολιτών απέναντι στο νόμο, αλλά και η ισότητα του νόμου απέναντί τους. Συνέπεια αυτού είναι ότι ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων, καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων να μη νομοθετεί κατά τρόπο ανόμοιο, να μην εισάγει εξαιρέσεις, να μην κάνει διακρίσεις και να μη δημιουργεί αδικαιολόγητα ανισότητες, που εμφανίζονται είτε με τη μορφή παροχής ευμενών προνομίων ανεπίδεκτων δικαιολόγησης είτε με τη θεσμοθέτηση αδικαιολόγητων δυσμενών μέτρων.

Από τη γενική αρχή της ισότητας αντλεί το περιεχόμενό της η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, που αποτελεί θεμελιώδη αρχή του εργατικού δικαίου και βασικό παράγοντα διαμόρφωσης των όρων εργασίας και στοχεύει στη δίκαιη μεταχείριση όλων των εργαζομένων. Προσβάλλεται, όταν ο εργοδότης μεταχειρίζεται δυσμενέστερα μεμονωμένους εργαζόμενους ή μια κατηγορία από αυτούς σε σύγκριση με άλλους εργαζόμενους ή άλλες κατηγορίες που βρίσκονται σε όμοια κατάσταση, εφόσον η δυσμενέστερη αυτή μεταχείριση είναι αυθαίρετη. Είναι δε αυθαίρετη, όταν δεν συντρέχει ένας ιδιαίτερος λόγος, που να τη δικαιολογεί κατ’ αντικειμενική κρίση.

Μάλιστα για τα θέματα των αμοιβών υπάρχει και η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 β του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας». Η διάταξη αυτή δεσμεύει άμεσα όχι μόνο το νομοθέτη ή άλλους φορείς κανονιστικής εξουσίας (συλλογικές συμβάσεις εργασίας) αλλά και τον ιδιώτη εργοδότη, ώστε να μη γίνεται δυσμενής διάκριση όσον αφορά την αμοιβή κάποιων εργαζομένων σε σχέση με άλλους, όταν όλοι εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, θεσπίζει δε κανόνα δημόσιας τάξης και άμεσης τριτενέργειας, με τον οποίο παρέχεται ευθέως στον εργαζόμενο δικαίωμα να απαιτήσει από τον εργοδότητη μεγαλύτερη αμοιβή που καταβάλλει αυτός σε άλλο μισθωτό, ο οποίος ανήκει στην ίδια κατηγορία και παρέχει τις ίδιες και κάτω από όμοιες συνθήκες υπηρεσίες.

Με την προτεινόμενη με το άρθρο 3 παρ. 5 του νομοσχεδίου ρύθμιση εξαιρείται από την εφαρμογή της ισχύουσας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας και του ισχύοντος Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού Δ.Ε.Η. ένα μέρος των εργαζομένων της Δ.Ε.Η. Α.Ε., όσον αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας τους και ιδίως, όπως επί λέξει αναφέρεται στην προτεινόμενη διάταξη, «ως προς τις αποδοχές των νεοπροσλαμβανομένων, τις άδειες, τις κάθε είδους προσαυξήσεις των αποδοχών, τα επιδόματα και λοιπές παροχές, καθώς και τους όρους και τη διαδικασία των απολύσεων». Καθιερώνονται έτσι αυθαίρετα δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος μιας κατηγορίας εργαζομένων (τους νεοπροσλαμβανόμενους) σε σχέση με άλλους εργαζόμενους της ίδιας επιχείρησης (τους ήδη υπηρετούντες), οι οποίοι βρίσκονται σε όμοια αντικειμενικά κατάσταση (ίδιες συνθήκες εργασίας, ίδια υπηρεσία, ίδια κατηγορία μισθωτών, ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα).

Είναι φανερό, λοιπόν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ότι η προτεινόμενη ρύθμιση αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς με αυτήν παραβιάζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και το επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία.

Β΄.Το άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «1. Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ` αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου».

Κατοχυρώνοντας ο συνταγματικός νομοθέτης τη συνδικαλιστική ελευθερία, κατοχυρώνει συγχρόνως και τη δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων καθώς και τα μέσα που είναι αναγκαία για την πραγμάτωση των σκοπών της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Στα μέσα αυτά ανήκει και το δικαίωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων για ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και το δικαίωμα για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Τα δύο αυτά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνονται και στο άρθρο 28 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, συνθέτουν τη συλλογική αυτονομία, που ορίζεται ως το δικαίωμα των εκπροσώπων των εργαζομένων και των εργοδοτών να καθορίζουν από κοινού, ελεύθεροι από επεμβάσεις τρίτων και ιδιαίτερα της κρατικής εξουσίας, κάθε θέμα που συνδέεται με τη διαχείριση εν γένει των συμφερόντων της εργασίας. Με την αναγνώριση της συλλογικής αυτονομίας επιδιώκεται η αποκατάσταση σε συλλογικό επίπεδο της υφιστάμενης σε ατομικό επίπεδο διαπραγματευτικής ανισότητας των μερών της ατομικής σύμβασης εργασίας. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του Συντάγματος, η συλλογική αυτονομία είναι ατομικό δικαίωμα και, όπως με κάθε ατομικό δικαίωμα, έτσι και με αυτό συνδέεται όχι μόνο η υποχρέωση του κράτους για αποχή αλλά και η υποχρέωση λήψης των μέτρων που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και ανεμπόδιστη άσκησή του. Επισημαίνουμε ακόμη ότι η συλλογική αυτονομία, εκτός από ατομικό δικαίωμα, είναι και θεσμός, που στηρίζει τον πλουραλιστικό- συμμετοχικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και συμβάλλει στην πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας.

Επιπλέον η ορθή ερμηνεία του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία», είναι πως η συνταγματική κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ειδικότερα της συλλογικής αυτονομίας σημαίνει ότι στη ρύθμιση των όρων εργασίας τον πρωτεύοντα ρόλο τον έχει η συλλογική αυτόνομη ρύθμιση, χάριν της οποίας υποχωρεί η ετερόνομη κρατική ρύθμιση. Διαφορετική τυχόν ερμηνεία του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος προσκρούει στο άρθρο 23 παρ. 1, που κατοχυρώνει τη συνδικαλιστική ελευθερία ως προς όλες τις μορφές με τις οποίες αυτή εκδηλώνεται, επομένως και τη συλλογική αυτονομία. Από το άρθρο 23 παρ. 1 απορρέει το προβάδισμα της συλλογικής αυτονομίας απέναντι στον νομοθέτη στη ρύθμιση των όρων εργασίας και η επικουρικότητα της κρατικής ρύθμισης.

Εξ άλλου η γενική και αφηρημένη επίκληση του «γενικού συμφέροντος» δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως προκάλυμμα ανακατανομής της συλλογικής και κρατικής ρυθμιστικής αρμοδιότητας ούτε να δικαιολογήσει οποιουσδήποτε περιορισμούς στην άσκηση της συλλογικής αυτονομίας, η οποία ούτως ή άλλως είναι και αυτή μια διαδικασία συγκεκριμενοποίησης του γενικού συμφέροντος, η συνταγματική της δε κατοχύρωση σημαίνει ακριβώς την αναγνώριση στους φορείς της συλλογικής αυτονομίας ενός ρόλου συμπροσδιοριστικού του γενικού συμφέροντος.

Επισημαίνουμε ακόμη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, οι κανονιστικοί όροι των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας εφαρμόζονται σε όλους τους εργαζόμενους που απασχολούνται στον συγκεκριμένο εργοδότη, ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη της επιχειρησιακής συνδικαλιστικής οργάνωσης που την υπέγραψε. Οι κανονιστικοί δε όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας, μολονότι κατά την προέλευσή τους είναι συμβατικοί, κατά την ενέργειά τους είναι κανονιστικοί, έχουν δηλαδή ισχύ ουσιαστικού νόμου, άμεση και αναγκαστική (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990).

Τέλος, είναι γνωστό ότι, αντικείμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας μπορεί να αποτελέσει και η κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού της επιχείρησης, με τον οποίο ρυθμίζονται όλα τα θέματα τη εσωτερικής λειτουργίας των εργασιακών σχέσεων από την πρόσληψη μέχρι και τη λήξη τους (άρθρο 2 παρ. 6 ν. 1876/1990). Ο Κανονισμός αυτός έχει κανονιστική ισχύ και οι όροι του εφαρμόζονται άμεσα και αναγκαστικά. Οι κανονιστικοί δε όροι του Κανονισμού δεσμεύουν το σύνολο των εργαζομένων, ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη ή όχι της συνδικαλιστικής οργάνωσης που συμβλήθηκε, εφόσον πρόκειται για επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (άρθρο 8 παρ. 4 ν. 1876/1990).

Με την προτεινόμενη με το άρθρο 3 παρ. 5 του νομοσχεδίου ρύθμιση εξαιρείται από την εφαρμογή της ισχύουσας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας και του ισχύοντος Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού Δ.Ε.Η. ένα μέρος των εργαζομένων της Δ.Ε.Η. Α.Ε. (οι νεοπροσλαμβανόμενοι), στους οποίους,σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, από την πρόσληψή τους και ανεξάρτητα από το αν καταστούν μέλη των συμβαλλόμενων στην κατάρτιση της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης συνδικαλιστικών οργανώσεων, εφαρμόζονται οι κανονιστικοί όροι τόσο της σσε όσο και του ΚΚΠ/ΔΕΗ. Πρόκειται για ευθεία νομοθετική παρέμβαση στο «δικαίωμα των εκπροσώπων των εργαζομένων και των εργοδοτών να καθορίζουν από κοινού, ελεύθεροι από επεμβάσεις τρίτων και ιδιαίτερα της κρατικής εξουσίας, κάθε θέμα που συνδέεται με τη διαχείριση εν γένει των συμφερόντων της εργασίας».

Είναι φανερό, λοιπόν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ότι η προτεινόμενη διάταξη αντίκειται στα άρθρα 23 παρ. 1 και 22 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς με αυτήν παραβιάζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη συλλογική αυτονομία.

Αθήνα, 27/11/2019

Οι ενιστάμενοι Βουλευτές

Αχτσιόγλου Ευτυχία

Φάμελλος Σωκράτης