Άρθρο του Γεώργιου Π. Παναγιωτόπουλου

Μ.Δ.Ε. Συνταγματικού Δικαίου

Εταίρου και διαχειριστή της «GPMK Law Firm»

Και τούτο παρά το όλως θετικό και ελπιδοφόρο μήνυμα, που εξέπεμψαν τα πολιτικά κόμματα, δια της συναινέσεώς τους στην κατάργηση της συντόμου αποσβεστικής προθεσμίας της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου.

Ως γνωστόν το Σύνταγμα συνιστά το ανώτατο νομικό μόρφωμα κάθε αντιπροσωπευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως το δικό μας. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε στις διατάξεις του αποδίδεται αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων κ.λ.π., τυπική ισχύ. Το Σύνταγμά μας ανήκει στην κατηγορία των «αυστηρών συνταγμάτων» και γι’ αυτό η μεταβολή των διατάξεών, που το ίδιο ορίζει ότι υπόκεινται σε τροποποίηση, δύναται να γίνει αποκλειστικώς και μόνο μέσα από ειδικά προβλεπόμενη διαδικασία, και υπό όρους που το ίδιο θέτει, η καλούμενη «αναθεώρηση».  

Το Σύνταγμα ιστορικά καλείται πρωτίστως να διασφαλίσει την σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος και ως τέτοιο έχει από τη φύση του ως σκοπό και προορισμό την μεγαλύτερη δυνατή διάρκεια ισχύος των ρυθμίσεών του, με παράλληλη φυσικά δυνατότητα μεταβολής κάποιων από αυτές, ακριβώς διότι στην μεγάλη διάρκεια της ισχύος του μεταβάλλονται οι εκάστοτε συνθήκες και ως εκ τούτου καθίσταται αναγκαία η προσαρμογή του στις νέες ανάγκες.

Προς το σκοπό αυτό το  Σύνταγμα τυγχάνει σαφές αλλά γενικό κείμενο, που θέτει δια των διατάξεών του πλαίσιο ρύθμισης, το οποίο δύναται να εξειδικευθεί με εκτελεστικούς νόμους. Η δε ερμηνεία των διατάξεών του Συντάγματος συνιστά, πέραν άλλων, αντικείμενο της δικαστικής εξουσίας, στα πλαίσια του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Κατά συνέπεια το Σύνταγμα δεν πρέπει να καθίσταται ένα κείμενο εξατομικευμένων και λεπτομερών κανόνων δικαίου, που να ρυθμίζει κατά τρόπο εξειδικευμένο και περιπτωσιολογικό τα διάφορα ζητήματα, που καλείται να ρυθμίσει, στοιχείο το οποίο θα απομείωνε το κύρος και την αξία του και θα το υποβίβαζε ουσιωδώς σε θέση απλού νόμου.  

Σύμφωνα λοιπόν με τις ανωτέρω παραδοχές, από μόνη της η επανειλημμένη και συχνή διαδικασία αναθεώρησης, έστω και συνταγματικά επιτρεπτή, συνιστά στοιχείο απομείωσης του κύρους του Συντάγματος, ιδίως εάν δεν επιφέρει βαθιές και αναγκαίες τομές και δεν απαντά αποτελεσματικά στα κελεύσματα και τις αναγκαιότητες της εκάστοτε εποχής.

Το ίδιο κατά τη γνώμη του γράφοντος επισυμβαίνει και με τη συχνή χρήση ερμηνευτικών δηλώσεων διατάξεων του Συντάγματος. Η θέσπιση ερμηνευτικών δηλώσεων δεν είναι συχνό φαινόμενα στις δυτικές κοινωνίες. Παρά ταύτα, έχουν απόλυτη συνταγματική ισχύ και ενίοτε μπορεί να τυγχάνουν αναγκαίες. Αυτό όμως δεν μπορεί να συνιστά τον κανόνα, αλλά την εξαίρεση και σε περιπτώσεις, που πράγματι καθίσταται αναγκαίο. Και τούτο διότι ως προελέχθη το Σύνταγμα είναι γενικό νομικό κείμενο, προορισμένο να διαρκεί και να μεταβάλλεται, όταν οι νέες ανάγκες επιτάσσουν προσαρμογές των ρυθμίσεών του.

Ζητήματα λοιπόν που χρήζουν κάποιων ερμηνειών θα πρέπει πρωτίστως να επιλύονται δια της δόκιμης και ακριβόλογης νομικής διατύπωσης και μέσω των διαδικασιών ερμηνείας από τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς. Επιπλέον ζητήματα, τα οποία έχουν λυθεί νομολογιακά δεν θα πρέπει να καθίστανται αντικείμενο ερμηνευτικής δήλωσης. Και τούτο διότι επιπλέον, με αυτό τον τρόπο, επιδεικνύεται έλλειψη εμπιστοσύνης στην ορθή λειτουργία αυτών τούτων των θεσμών και επομένως σε συνομολόγηση δυσλειτουργίας και παθογένειας αυτών.

Συνεπεία των προεκτεθέντων, πέραν της βασιμότητος ή μη της προτεινόμενης ερμηνευτικής δήλωσης, σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου, όπως το δικό μας, εάν λειτουργεί σωστά, δεν υφίσταται αναγκαιότητα θεσπίσεως ερμηνευτικής δηλώσεως, υπό την έννοια του πλεονασμού αυτής, εφόσον ζητήματα ερμηνείας εννοιών ως εν προκειμένω το «κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία των καθηκόντων» έχουν προ πολλού επιλυθεί και καθίστανται ευνόητα και σαφή στο νομικό κόσμο.