Η πολύπειρη περί τα διεθνή βουλευτής της ΝΔ και πρώην υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη ήταν σαφής ως προς την προοπτική προσφυγής στη Χάγη, προκειμένου να υπάρξει μια οριστική διευθέτηση των μεταξύ μας διαφορών με την Τουρκία, ιδίως του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας. «Πρέπει να συμφωνήσουμε στη διαδικασία με την Τουρκία, στο συνυποσχετικό και πιστεύω ότι πρέπει να πάμε, γιατί στην εξωτερική πολιτική το κάθε πέρσι και καλύτερα είναι μια πραγματικότητα», υπογράμμισε σε συνέντευξή της το βράδυ της Δευτέρας. (Action 24). 

Η προοπτική της Χάγης θα ήταν μια μείζονα επιλογή για την ελληνική διπλωματία. Ιστορικά, ετέθη ως προοπτική αμέσως μετά τον Αττίλα και λίγο μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, μεταξύ Κωνσταντίνου Καραμανλή και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ το 1975. Τότε, οι δύο πλευρές είχαν μια κατ’ αρχήν συμφωνία για τη συνυπογραφή του περίφημου συνυποσχετικού, μιας και η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της Χάγης. Όμως, εν τέλει, η Τουρκία υπαναχώρησε και η διαφορά δεν διευθετήθηκε. 

Έκτοτε, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Η Ελλάδα το 1994 αναγνώρισε την ευρεία δικαιοδοσία της Χάγης, ενώ η συζήτηση περί μιας προσφυγής στο Δικαστήριο έχει απασχολήσει πολλές φορές τη δημόσια συζήτηση. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι το περιβάλλον δεν ευνοεί μια τέτοια εξέλιξη. Την ίδια ώρα, άπαντες στο πολιτικό σκηνικό γνωρίζουν ότι η επιλογή της Χάγης μπορεί να σημάνει τη λήξη σημαντικών εκκρεμοτήτων στις διμερείς μας σχέσεις, δεν είναι, όμως, νομοτελειακό ότι αυτό θα γίνει κατά τρόπο πλήρως ευνοϊκό για τα ελληνικά συμφέροντα. Άλλωστε, το Δικαστήριο της Χάγης τείνει σε τέτοιες περιπτώσεις να επιλέγει «μεσοβέζικες» λύσεις, συνεπώς η ελληνική πλευρά, ακόμα και αν δικαιωνόταν, μπορεί να μην δικαιωνόταν 100%. Και αυτό είναι δύσκολο από πολιτικής άποψης από μόνο του. 

Η κυβέρνηση, από την άλλη, επιδιώκει να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Για να υπογραφεί, για παράδειγμα, συνυποσχετικό, θα πρέπει και η Τουρκία να είναι διαθέσιμη να το κάνει. Θα πρέπει να προσδιοριστούν τα θέματα που θα περιλαμβάνονται σε αυτό το συνυποσχετικό. Και αυτό θα πρέπει να γίνει με καλή πίστη και αφού έχει προηγηθεί στο ελληνικό σκηνικό συνεννόηση σε ανώτατο επίπεδο, μιας και θα πρόκειται για αλλαγή κατεύθυνσης. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να έχει προηγηθεί Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών και αυτό, παρά το ότι η επικεφαλής του ΚΙΝΑΛ Φώφη Γεννηματά το ζητά (έστω και για άλλο λόγο), δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν το θέτει στην ατζέντα. 

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας ρωτήθηκε κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών για το ζήτημα και «έδειξε» ότι, παρ’ ότι η Χάγη πάντα παραμένει θεωρητικά στο μπουκέτο των ελληνικών διπλωματικών επιλογών, δεν αποτελεί σε αυτή τη φάση προτεραιότητα, από τη στιγμή που πρώτα έχουμε να αναχαιτίσουμε την τουρκική προκλητικότητα. «Eίναι άλλο πράγμα να προσπαθείς να επιλύσεις με καλή διάθεση και με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και τους κανόνες καλής γειτονίας το θέμα αυτό, χρησιμοποιώντας ακόμα και το Δικαστήριο της Χάγης, όπως είπατε, και άλλο πράγμα να έχεις απέναντί σου μια τουρκική προκλητικότητα, την οποία καλείσαι να αντιμετωπίσεις. Και αυτό κάνουμε αυτή τη στιγμή, οτιδήποτε  άλλο έπεται», τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.

Άλλωστε, όπως σημειώνουν και αρμόδιες πηγές, η ίδια η Τουρκία είναι αυτή που δεν επιθυμεί τη λύση της Χάγης, επιδιώκοντας μια διμερή «μοιρασιά» και υπό αυτό το πρίσμα προσπαθεί να ωθήσει τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, τυχόν συναίνεση της Άγκυρας σε ένα συνυποσχετικό που είναι και η προϋπόθεση της προσφυγής στη Χάγη φαντάζει μακρινό σενάριο.