Εν όψει της συνάντησής του, σε λίγες ώρες, με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε πως πρόκειται για μια επαναβεβαίωση της στρατηγικής συνεργασίας και της συμμαχίας μεταξύ των δύο χωρών.

Παράλληλα σημείωσε πως η Ελλάδα αποτελεί έναν αξιόπιστο εταίρο για τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια ευαίσθητη περιοχή.

Ο κ. Μητσοτάκης είπε επιπλέον, ότι «θα εξερευνήσουμε τις πιθανότητες για την αγορά μαχητικών αεροσκαφών F-35» εξηγώντας ότι προφανώς δεν είμαστε ακόμα στην οικονομική κατάσταση για να κάνουμε τέτοιες αμυντικές επενδύσεις. 

Γεωγραφικά γελοία η συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης

Αναφερόμενος στη συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι «είναι γεωγραφικά γελοία γιατί δεν υπάρχει καμία σύνδεση μεταξύ Λιβύης και Τουρκίας». 

Μάλιστα, τόνισε πως η τουρκική πλευρά θεωρεί πως το μεγαλύτερο ελληνικό νησί, η Κρήτη, δεν έχει δική της υφαλοκρηπίδα και συμπλήρωσε πως η συμφωνία μεταξύ Τρίπολης και Άγκυρας δεν έχει νομική βάση.

«Αποτελεί μία ένδειξη για το πώς σκέφτεται η Τουρκία για την Ανατολική Μεσόγειο», σχολίασε για τη συμφωνία ο κ. Μητσοτάκης για να συμπληρώσει πως «είναι, ωστόσο, πολύ σημαντικό να διατηρήσουμε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τη γειτονική χώρα».

«Το έκανα σαφές στο Λονδίνο ότι είναι απαράδεκτο ένας σύμμαχος να προκαλεί τον άλλο σύμμαχο. Η Τουρκία συνεχίζει να προκαλεί και θα πρέπει το ζήτημα να συζητηθεί στην συμμαχία», ανέφερε μεταξύ άλλων. 

«Αν η Τουρκία συμφωνεί πως πρέπει να επιλύσουμε τις διαφορές μας για τις θαλάσσιες ζώνες, τότε μπορούμε να πάμε στη Χάγη αλλά προϋπόθεση είναι να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο και να αναγνωρίσει ότι η μοναδική μας διαφορά στο Αιγαίο είναι η υφαλοκρηπίδα», ξεκαθάρισε προσθέτοντας πως απαιτούνται ενέργειες αποκλιμάκωσης.

«Δεν θα δεχθούμε καμία παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων», τόνισε.

Οικονομία, επενδύσεις, ενεργειακά

Ο κ. Μητσοτάκης απηύθυνε κάλεσμα στους Αμερικανούς επενδυτές ενώ σημείωσε πως η χώρα βρίσκεται σε σημαντικό σημείο – κλειδί μετά από μία δεκαετία οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

Μάλιστα, κατέληξε λέγοντας πως η Ελλάδα εφαρμόζει μια σειρά μεταρρυθμίσεων σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και τόνισε ότι αυτό αποτελεί εξαίρεση και όχι κανόνα για μια νέα κυβέρνηση.

Ειδικότερα για την οικονομία, είπε ότι αντιδρά πολύ καλά, ότι αποπληρώσαμε το Δ.Ν.Τ., υπάρχει πια η αίσθηση στη χώρα επιστρέψαμε στη δουλειά. Διαβεβαίωσε δε, ότι και το 2020 η κυβέρνηση θα συνεχίσει να έχει επιθετική ατζέντα μεταρρυθμίσεων, κάτι που θα της δώσει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει και άλλα ζητήματα. 

Για το ύψος του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%, ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι έρχεται από μια άλλη περίοδο που οι πιστωτές μας δεν μας πίστευαν. «Έχουμε πλέον κάθε λόγο για να επιχειρηματολογήσουμε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ξεκινάμε την συζήτηση αυτή στο Eurogroup, θα συναντηθώ με τη γενική διευθύντρια του Δ.Ν.Τ. Χρειαζόμαστε να χρησιμοποιήσουμε τον επιπλέον δημοσιονομικό χώρο για να μειώσουμε φόρους», υπογράμμισε.

Αντίστοιχα, μιλώντας για τις επενδύσεις, ο πρωθυπουργός είπε πως όταν κοιτάζει τους αριθμούς, βλέπει ότι είμαστε κάτω από τους στόχους.

Αναφερόμενος στην επένδυση του Ελληνικού, είπε ότι υπάρχει κινητικότητα παρά τη γραφειοκρατία. Είπε επίσης ότι αναζητούμε περισσότερες αμερικανικές επενδύσεις, ενώ ανέφερε χαρακτηριστικά, πως πλέον δεν υπάρχει ο αντιαμερικανισμός των δεκαετιών του ‘70 και του ‘80.

«Δεν είναι πλέον έτσι», συνέχισε σημειώνοντας πως πλέον «υπάρχει συνεννόηση ως προς αυτό, κάτι που δεν συνέβαινε με την προηγούμενη κυβέρνηση». 

Τέλος, αναφερθείς στην υπογραφή του διακρατικού αγωγού φυσικού αερίου, East Med, στις 2 Ιανουαρίου στην Αθήνα, ο κ. Μητσοτάκης τόνισε πως αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να αξιοποιηθούν τα ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου. «Η μεταφορά από την Κύπρο, την Ελλάδα και την Ιταλία είναι ο πλέον κατάλληλος τρόπος για την αξιοποίηση του αερίου. Αυτή είναι μία σημαντική υπογραφή και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό», κατέληξε ο Έλληνας πρωθυπουργός.

Τέλος, ο πρωθυπουργός μίλησε και για τους Έλληνες που εγκατέλειψαν τη χώρα στα χρόνια της κρίσης. Είπε ότι στόχος του είναι να διαμορφωθούν οι συνθήκες, ώστε να επιστρέψουν στην πατρίδα, όχι μόνο γιατί θα βρουν καλές θέσεις εργασίας, αλλά γιατί θα αισθανθούν ότι η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.