Αυτό προκύπτει από την Κοινή Διακήρυξη, που υιοθετήθηκε, και, όπως είπε ο Έλληνας πρωθυπουργός, δηλώνει τη στρατηγική εταιρική σχέση σε όλα τα επίπεδα (άμυνα, ασφάλεια, πολιτική προστασία, οικονομία, ενέργεια, μεταφορές, υποδομές, διασυνοριακή συνεργασία, πολιτισμός, εκπαίδευση, αθλητισμός).

Πιο συγκεκριμένα, υπεγράφησαν:

  • Συμφωνία Σιδηροδρομικής Διασυνοριακής Κυκλοφορίας Ελλάδας - Βουλγαρίας.
  • Μνημόνιο Συνεργασίας Enterprise Greece - Invest Bulgaria Agency που προβλέπει ανταλλαγή πληροφοριών για επενδυτές στις δύο χώρες, παροχή πληροφοριών για επενδυτικές ευκαιρίες και αμοιβαία ενημέρωση για έρευνα αγοράς και παροχή στατιστικών στοιχείων.

Επίσης, υιοθετήθηκαν:

  • Κοινή Δήλωση για τη συμπλήρωση 140 ετών από τη σύναψη επίσημων διπλωματικών σχέσεων.
  • Κοινή Δήλωση για την προώθηση της συνεργασίας στον τουρισμό.

Οι δύο πρωθυπουργοί επιβεβαίωσαν το στενό συντονισμό και την αλληλοϋποστήριξη που υπάρχει σε πολυμερείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών. Επανέλαβαν τη στήριξή τους στην Ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων και τη διάθεσή τους να συνεργαστούν, περαιτέρω προς την κατεύθυνση αυτή.

Υπογραμμίστηκε δε η προσήλωση των δύο χωρών στη διατήρηση του διεθνούς συστήματος, βασισμένου σε κανόνες (rules-based order), με όλα τα κράτη να σέβονται τις αρχές της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Παράλληλα εξήραν τη σημασία της διατήρησης της ειρήνης, της σταθερότητας, της ασφάλειας και του σεβασμού του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των προβλέψεων της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Οι κοινές δηλώσεις

Στη διάρκεια των κοινών δηλώσεων ο Έλληνας πρωθυπουργός σημείωσε: «Ήταν ακόμη μία ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε την άριστη διμερή συνεργασία μας. Την οποία σφραγίζει, άλλωστε, αυτές τις μέρες, και η επέτειος των 140 ετών από την επίσημη σύναψη των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών. Είναι μία συγκυρία συμβολική για το στέρεο κοινό παρελθόν. Αλλά και το ευοίωνο κοινό μέλλον. Γιατί Ελλάδα και Βουλγαρία έχουμε αποφασίσει να βαδίσουμε μαζί στο δρόμο της ειρήνης και της ανάπτυξης, στις χώρες μας, στα Βαλκάνια και σε ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή μας".

Είπε ότι η Ελλάδα διαθέτει, ήδη, ισχυρή επιχειρηματική παρουσία στην Βουλγαρία. Είναι η 6η επενδυτική δύναμη εκεί, συνεισφέροντας στις εξαιρετικές επιδόσεις της χώρας, τα τελευταία χρόνια και η οικονομική παρουσία της Ελλάδος στην Βουλγαρία μπορεί, τώρα, να μεγεθυνθεί, καθώς η ελληνική οικονομία επενδύει πια στην εξωστρέφεια. Αλλά και να αντιστοιχηθεί με περισσότερες βουλγαρικές επενδύσεις στη χώρα μας, καθώς τώρα πια η Ελλάδα, μετά από 10 χρόνια κρίσης, επιστρέφει σε δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Στον τομέα του Τουρισμού, τα δεδομένα είναι επίσης πολύ αισιόδοξα: 3,5 εκατομμύρια Βούλγαροι επισκέφθηκαν, πέρυσι, την Ελλάδα, 1,5 εκατομμύριο Έλληνες ταξίδεψαν στην Βουλγαρία.

Η Ελλάδα είναι ο πρώτος ευρωπαϊκός προορισμός των γειτόνων μας.

Στο πεδίο των Μεταφορών, είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε τη βελτίωση της ελληνοβουλγαρικής επικοινωνίας με τη Συμφωνία της Σιδηροδρομικής Διασυνοριακής Κυκλοφορίας. Στόχος μας είναι η σύνδεση μέσω Καβάλας, Αλεξανδρούπολης, Μπουργκάς και Βάρνας σιδηροδρομικά με τον Δούναβη.

Τους ίδιους σκοπούς εξυπηρετούν και οι μεγάλοι οδικοί άξονες, κυρίως αυτός που θα ενώσει την Αλεξανδρούπολη με το Ντιμίτροβγκραντ. Γιατί έχουμε τη δυνατότητα εκεί να επενδύσουμε και να δημιουργήσουμε μια νέα οδική υποδομή που θα ανοίξει ένα νέο οδικό άξονα από το βορρά στο νότο και από το νότο στο βορρά. Αυτό σημαίνει ότι και οι δύο χώρες μετατρέπονται σε σημαντικούς κόμβους. Αλλά και ότι θα αποκτήσουν νέα εμπορική υπεραξία όλα τα ελληνικά λιμάνια στο Αιγαίο, συνδεδεμένα, πλέον, με τον ποτάμιο λιμένα Ρούσε, στον Δούναβη.

Ο κ. Μητσοτάκης συζήτησε με τον Βούλγαρο ομόλογο του το αίτημα το οποίο διατυπώθηκε μετ' επιτάσεως από φορείς της Κομοτηνής και της Ροδόπης χθες και αφορά την αναβάθμιση της συνοριακής διάβασης Νυμφαία - Μακάζα, έτσι ώστε να επιτρέπεται από αυτή τη διάβαση να περνούν και φορτηγά αλλά κυρίως λεωφορεία. Συμφώνησαν να εξετάσουν το θέμα οι δύο αρμόδιοι υπουργοί.

«Στον τομέα της Ενέργειας, οι δύο χώρες προσβλέπουμε στην ασφάλεια αλλά και στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών. Το αποδεικνύουμε εξάλλου έμπρακτα: Τον Οκτώβριο υπογράψαμε διακυβερνητική συμφωνία για τον Διασυνδετήριο Αγωγό Φυσικού Αερίου IGB», είπε ο κ. Μητσοτάκης και συνέχισε: «Δύο ελληνικές εταιρείες, μάλιστα, έχουν αναλάβει την κατασκευή του αλλά και την προμήθεια των σωλήνων του. Και θέλω να διαβεβαιώσω τον Βούλγαρο πρωθυπουργό ότι η ελληνική πλευρά θα τηρήσει τα σχετικά χρονοδιαγράμματα και θα φροντίσουμε σε μηνιαία βάση να έχουμε μία αυστηρή εποπτεία της προόδου του έργου ώστε να μην υπάρχει καμία απολύτως καθυστέρηση. Και χαίρομαι ιδιαίτερα που πια και η βουλγαρική πλευρά συμμετέχει επισήμως, με 20%, στο εξαιρετικά σημαντικό έργο, τον πλωτό σταθμό επαναεριοποίησης FSRU της Αλεξανδρούπολης, της όμορφης πόλης που μας φιλοξενεί. Ένα έργο εξαιρετικά μεγάλης σημασίας έτσι ώστε να αποκτήσουμε πρόσβαση σε υγροποιημένο φυσικό αέριο και να καταστούν η Ελλάδα και η Βουλγαρία η πύλη εισόδου φυσικού αερίου προς τις αγορές της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης δια θαλάσσης».

Επίσης είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν και την προγραμματική στρατιωτική συνεργασία, την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου, του διασυνοριακού εγκλήματος, αλλά και την κοινή πρόκληση με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι ως προς τη διαχείριση του προσφυγικού προβλήματος.

«Οι απόψεις μας με τη Βουλγαρία, τέλος, συμπίπτουν και σε δύο άλλα κρίσιμα ζητήματα, τα οποία αφορούν την χερσόνησό μας αλλά και την ευρύτερη γειτονιά μας. Στην ανάγκη συνέχισης της ευρωπαϊκής πορείας των Δυτικών Βαλκανίων, υπό τον όρο βεβαίως -και εκεί είναι κοινές οι απόψεις μας- ότι οι υποψήφιες χώρες θα τηρήσουν στο ακέραιο τις δεσμεύσεις τους.

Απέναντι, άλλωστε, σε όλες τις νέες ευρωπαϊκές προκλήσεις, Ελλάδα και Βουλγαρία συμπορεύονται», δήλωσε ο κ. Μητσοτάκης.

Για την Τουρκία

Στο σημείο αυτό ο κ. Μητσοτάκης είχε την ευκαιρία να εκφράσει προς το Βούλγαρο ομόλογό του την έντονη ανησυχία του για την κλιμάκωση της παράνομης συμπεριφοράς της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω ενεργειών οι οποίες αντίκεινται στο Διεθνές Δίκαιο, καθώς και τη σταθερή προσήλωση της χώρας μας σε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και καλόπιστο διάλογο, στη βάση πάντοτε της διεθνούς νομιμότητας.

«Οι απόψεις μας συμπίπτουν επίσης στη σημασία σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου. Και πολύ περισσότερο στην ταραγμένη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Η ψύχραιμη στάση μας απέναντι στην εξ ανατολής επιθετική παραβατικότητα δεν θα πρέπει να παρερμηνεύεται, ούτε να υποτιμάται αλόγιστα. Εξάλλου, οι δυνάμεις της ειρήνης και του δικαίου δεν φωνασκούν, αλλά επαγρυπνούν. Δεν προκαλούν ποτέ, αλλά ξέρουν να αντιδρούν», είπε και παρατήρησε: «Κανένα άκυρο έγγραφο μεταξύ Τουρκίας και ενός μέρους του πολιτικού προσωπικού της Λιβύης δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες. Αντιθέτως, απειλεί όλα τα γειτονικά κράτη. Παραβιάζει τη διεθνή νομιμότητα. Και, προφανώς, υπονομεύει κάθε λύση στη Λιβύη, όπου αναπτύσσεται ήδη σημαντική ευρωπαϊκή πρωτοβουλία. Η χώρα αυτή δεν χρειάζεται κανέναν τρίτο, αυτόκλητο προστάτη. Και η περιοχή δεν έχει ανάγκη εισαγόμενες κρίσεις που έρχονται από μακριά. Ταυτόχρονα, οι τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο και οι παράνομες δραστηριότητες στις θάλασσες της Κύπρου οξύνουν αχρείαστα την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο χάρτης της πραγματικότητας είναι ένας και ουδείς μπορεί να ξαναζωγραφίζει περιοχές της υδρογείου, σκιτσάροντας ψεύτικες θαλάσσιες ζώνες και σβήνοντας ολόκληρα νησιά. Αυτά έχουν και παρουσία και, προφανώς, κυριαρχικά δικαιώματα«.

Παράλληλα σημείωσε πως «η Ευρωπαϊκή Ένωση και όλα τα κράτη-μέλη οφείλουν, λοιπόν, να αποστείλουν σαφέστερα και αυστηρότερα μηνύματα στην Άγκυρα. Από την πλευρά της, η Ελλάδα θα μείνει σταθερή στην υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Αλλά και αταλάντευτη στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, στις Συνθήκες, στους κανόνες καλής γειτονίας».