Ο Έλληνας πρωθυπουργός, σημείωσε ότι ο ελληνικός λαός ανταποκρίθηκε στις προκλήσεις. Τόνισε χαρακτηριστικά: «Επιτρέψτε μου να είμαι απολύτως σαφής. Χρόνια λιτότητας είχαν αφήσει την Ελλάδα ευάλωτη σε μια πανδημία. Ο κορονοϊός απείλησε να εξαντλήσει τις δυνατότητες του συστήματος υγείας της χώρας μας. Και όμως, αποδείξαμε ότι η ευελιξία, η προσαρμοστικότητα και η νέα τεχνολογία μπορούν να ενδυναμώσουν τους ανθρώπους και να επιτύχουν αποτελέσματα που κάποτε φαίνονταν αδύνατα.

Δώσαμε προτεραιότητα στην γνώση, στους ειδικούς, αξιοποιώντας γεγονότα και δεδομένα αντί να βασιζόμαστε στην ιδεολογία, εκμεταλλευόμενοι ό,τι καλύτερο είχε να προσφέρει η καινοτομία και η τεχνολογία, και θέτοντας αξιόπιστους εμπειρογνώμονες στο επίκεντρο της λήψης αποφάσεων και της επικοινωνίας μας. Και δούλεψε. Ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, η Ελλάδα ήταν εξαιρετικά επιτυχημένη στην αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας.

Ωστόσο, το δεύτερο κύμα της επιδημίας Covid είναι πλέον προ των πυλών. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον ιό, έως ότου αποκτήσουμε τα επιστημονικά εργαλεία για να τον εξαλείψουμε. Για την επιτυχία απαιτείται επιμονή, ευέλικτες πολιτικές που προστατεύουν τους πιο ευάλωτους, συνεχής εμπιστοσύνη στους ειδικούς και ατομική ευθύνη. Αλλά είμαι πεπεισμένος ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε».

Ελληνοτουρκικά

Περνώντας στο ζήτημα της κατάστασης της Ανατολικής Μεσογείου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε «Στη Γενική Συνέλευση πέρυσι, είχα επισημάνει την πρόθεσή μου να τείνω χείρα φιλίας και συνεργασίας στον Πρόεδρο Ερντογάν. Μίλησα ακόμη και για την προθυμία μου να ενεργήσει η Ελλάδα ως γέφυρα που θα βοηθήσει την Τουρκία να προσεγγίσει την Ευρώπη.

Δυστυχώς, παρά το ότι η Ελλάδα έθεσε την εμπιστοσύνη, τον διάλογο και την κατανόηση στο επίκεντρο μιας εξωτερικής πολιτικής βασισμένης σε αξίες, η Τουρκία απάντησε με κλιμάκωση, προκλήσεις, παραπληροφόρηση και επιθετικότητα. Ενώ η Ελλάδα επέλεξε τον δρόμο του διαλόγου με καλή πίστη, η Τουρκία επέλεξε τον δρόμο της αδιαλλαξίας. Χωρίς αμφιβολία οι ενέργειες της Τουρκίας υπονομεύουν το Διεθνές Δίκαιο και απειλούν την ασφάλεια και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και όλων των κρατών μελών της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέστησε απολύτως σαφές ότι οι μονομερείς ενέργειες δεν θα μένουν αναπάντητες, όταν απειλούν κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών.

Ωστόσο, παρά τα πρόσφατα γεγονότα, παραμένω αισιόδοξος. Όλοι αντιλαμβάνονται ότι αυτή η συνεχής κλιμάκωση της έντασης δεν μπορεί να συνεχιστεί. Και αρνούμαι να πιστέψω ότι η συνεργασία μεταξύ κοντινών γειτόνων δεν είναι εφικτή. Δείτε την πρόσφατη συμφωνία μεταξύ του Ισραήλ και των ΗΑΕ. Και οι δύο χώρες είναι φίλοι της Ελλάδας, τώρα είναι φίλοι και μεταξύ τους. Χρόνια καχυποψίας και έχθρας έχουν αντικατασταθεί από ένα πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης. Ας συναντηθούμε λοιπόν, ας μιλήσουμε και ας αναζητήσουμε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Ας δώσουμε μια ευκαιρία στη διπλωματία. Εάν, τελικά, εξακολουθούμε να μην μπορούμε να συμφωνήσουμε, τότε θα πρέπει να εμπιστευτούμε τη σοφία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

Η έναρξη διερευνητικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών μας, η οποία ανακοινώθηκε πριν από δύο ημέρες, αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Εάν ο Πρόεδρος Erdogan πιστεύει πραγματικά ότι τα Ηνωμένα Έθνη αποτελούν φάρο ελπίδας και προπύργιο παγκόσμιας συνεργασίας, τότε θα τον παρότρυνα να ενεργήσει σύμφωνα με τις αξίες τους.

Μεταναστευτικό

Τέλος, αναφερόμενος στο μεταναστευτικό, ο Έλληνας πρωθυπουργός σημείωσε: «Η τρομερή πυρκαγιά στον καταυλισμό της Μόριας, στη Λέσβο, νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ανέδειξε την τεράστια πρόκληση που δημιουργεί η μαζική μετανάστευση, ιδίως στα νότια σύνορα της Ευρώπης.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνη της αυτό το ζήτημα. Λάβαμε ανεκτίμητη υποστήριξη από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, αλλά πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Ενώ οι αριθμοί των μεταναστών στη χώρα μας μειώνονται, το Λιμενικό Σώμα μας εξακολουθεί να σώζει χιλιάδες απελπισμένους άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα νερά της Μεσογείου κάθε χρόνο.

Πρόκειται για μια συλλογική αποτυχία της διεθνούς κοινότητας και πρέπει όλοι να αναλάβουμε από κοινού την ευθύνη για την αποτυχία αυτή. Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε περισσότερα από κοινού, ώστε να αντιμετωπίσουμε τα γενεσιουργά αίτια της μετανάστευσης, δηλαδή τη φτώχεια, τη στέρηση, την οικονομική αβεβαιότητα, την εκμετάλλευση, τη βία και τον πόλεμο. Αν δεν αντιμετωπίσουμε αυτές τις ανισότητες, το πρόβλημα δεν θα επιλυθεί ποτέ πλήρως».