Συν τω χρόνω και με δεδομένη τη δρομολόγηση των εξελίξεων ως προς τη Χρυσή Αυγή, φωτίστηκε ο ρόλος προσώπων με καίριο ρόλο σε εκείνη τη συγκυρία, όπως του υπουργού Δημόσιας Τάξεως Νίκου Δένδια και του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά.

Το να «δεθούν», όμως, οι Χρυσαυγίτες με στοιχεία και να δημιουργηθεί η βάση, πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί η κατηγορία της σύστασης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, απαιτούσε και δουλειά στο πεδίο.

Καίριο ρόλο στην προσπάθεια να σπάσει το απόστημα της Χρυσής Αυγής, αλλά και να ξεριζωθούν οι θήλακες της εγκληματικής οργάνωσης της ΕΛ.ΑΣ., έπαιξε ο τότε αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Νίκος Παπαγιαννόπουλος.

 Όντας στη θέση αυτή από το 2011, ο Αιτωλοακαρνάνας αξιωματικός, με σπουδές Νομικής, είχε την ευκαρία να παρακολουθήσει από πρώτο χέρι την εξάπλωση των Χρυσαυγιτών στην κοινωνία, καθώς κάλυπταν τα κενά που άφηνε η οργανωμένη πολιτεία, από τις πλατείες έως τις υποβαθμισμένες γειτονιές του κέντρου που παρέμεναν κάτω από τα ραντάρ, όμως μαστίζονταν από την εγκληματικότητα και τη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.

Ταυτόχρονα, η τότε φυσική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. είχε να διαχειριστεί και την όλο και αυξανόμενη διασύνδεση της Χρυσής Αυγής με αξιωματικούς της αστυνομίας, οι οποίοι είτε τροφοδοτούσαν τους Χρυσαυγίτες με κρίσιμες πληροφορίες, είτε παρείχαν ιδιότυπη ασυλία στις εγκληματικές τους δράσεις.

Από το 2012 και εντεύθεν και από τη στιγμή που η δράση της Χρυσής Αυγής αρχίζει να κλιμακώνεται και στο πεδίο, με αλλεπάλληλες ενέργειες. Το πρόβλημα, όμως, είναι η διασπορά των δικογραφιών και ο κατακερματισμός της δικαστικής έρευνας. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα θα αποτελέσει τομή στη λογική αντιμετώπισης της οργάνωσης.

Ο Νίκος Παπαγιαννόπουλος είχε άμεση γνώση των δικογραφιών, αρκετές από τις οποίες στρέφονταν κατ’ αγνώστων, καθώς οι δράστες δεν είχαν ταυτοποιηθεί, ενώ σε άλλες υπήρχε προσωποποίηση των υπαιτίων. Παράλληλα, οι δικογραφίες υποστηρίζονταν και από ένα πλήθος στοιχείων, όπως προέκυπταν τόσο από μαρτυρικές καταθέσεις, όσο και από τις νόμιμες κρατικές επισυνδέσεις, πρακτικά όσα κατέγραφαν τα περίφημα «βαλιτσάκια» της ΕΥΠ.

Σε συνεργασία με τον Νίκο Δένδια, ο οποίος επέδειξε αποφασιστικότητα για την ενοποίηση των δικογραφιών που είχαν σχηματιστεί, οι δικογραφίες παίρνουν τον δρόμο τους. Στις 19/09/2013, ο Νίκος Δένδιας αποστέλλει αναφορά στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη με τις εν λόγω δικογραφίες «πακεταρισμένες», κάνοντας σε επιστολή του λόγο για πράξεις «οι οποίες φαίνεται να προσιδιάζουν σε σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και άσκηση οργανωμένης εγκληματικής δραστηριότητας».

Παράλληλα, την επομένη μέρα, ο Νίκος Παπαγιαννόπουλος διαβιβάζει στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία τις εν λόγω υποθέσεις, καθώς παραπέμπουν ευθέως στη δράση εγκληματικής οργάνωσης με παραστρατιωτικά και παρακρατικά χαρακτηριστικά. Μάλιστα, ο κ. Παπαγιαννόπουλος φέρεται να είναι αυτός που επέμενε να επιστρατευτεί το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα για την εγκληματική οργάνωση, προκειμένου να αντιμετωπιστεί με ουσιαστικό ποινικό τρόπο η Χρυσή Αυγή.

Λίγες μέρες μετά, δε, εν είδει πογκρόμ, ο κ. Παπαγιαννόπουλος θα μεταθέσει σε μια μέρα σειρά ανωτέρων αξιωματικών, οι οποίοι φέρεται πως διατηρούσαν σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή, καλώντας μάλιστα το Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. να διερευνήσει τις υποθέσεις τους. Στο τέλος Σεπτεμβρίου, δε, θα επιβλέπει προσωπικά τις διαδικασίες σύλληψης της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, σε μια κίνηση πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα.

Ο κ. Παπαγιαννόπουλος είναι από τους ανθρώπους που πρωταγωνίστησαν εκείνη την περίοδο, όμως, έχει αποφύγει να τοποθετηθεί.

Χρόνια μετά την αποστρατεία του (το 2014), παρακολουθούσε με αγωνία την πορεία της δίκης και την έκβαση αυτής. «Η Αστυνομία έπραξε στο ακέραιο το καθήκον της απέναντι στη δημοκρατία, την πολιτεία και την κοινωνία, προστατεύοντας το δημόσιο συμφέρον», λέει λακωνικά σε συνομιλητές του.