Ο κ. Φίλης επισημαίνει πως Ελλάδα και η Ρωσία οφείλουν να θέσουν ένα νέο ρεαλιστικό πλαίσιο ως μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου επαναπροσέγγισης κι εξηγεί ότι στη σημερινή επίσκεψη παραμένει ανοιχτή μια ενδεχόμενη ανάληψη πρωτοβουλίας διαμεσολάβησης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. 

Διαβάστε τη συνέντευξη του Κωνσταντίνου Φίλη στο Reader.gr:

Κύριε Φίλη, τι γυρεύει η “αλεπού της Ρωσικής διπλωματίας, στο παζάρι της ΝΑ Μεσογείου”; Με άλλα λόγια, γιατί επιλέγει αυτή τη χρονική η στιγμή ο Σεργκέι Λαβρόφ για να έρθει στην Ελλάδα, σε μια περίοδο παρατεταμένης έντασης στις σχέσεις Αθήνας - Άγκυρας;

Εκτιμώ για τέσσερις λόγους: 

  • Για να αναζητήσει τον πλέον δόκιμο και αποτελεσματικό τρόπο βελτίωσης των διμερών σχέσεων (τομείς συνεργασίας), γνωρίζοντας ότι ξεκινούν από τόσο χαμηλά που υπάρχουν αρκετά περιθώρια
  • Προκειμένου να διαπιστώσει από πρώτο χέρι τους ελληνικούς προβληματισμούς αναφορικά με την Τουρκία
  • Για να διερευνήσει αν η Μόσχα δύναται να αξιοποιήσει το παράθυρο ευκαιρίας λόγω της αδυναμίας της Ουάσιγκτον να εμπεδώσει αίσθημα ασφάλειας στην Αθήνα αναφορικά με τον τουρκικό αναθεωρητισμό 
  • (σε μικρότερο βαθμό) προκειμένου να εξισορροπήσει με την Τουρκία σχετικά με το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ταρακουνώντας τον Ερντογάν, που έχει μπει στα χωράφια της Μόσχας (μετασοβιετικός χώρος).

Αφήνω και ένα μικρό παράθυρο για ενδεχόμενη ανάληψη πρωτοβουλίας διαμεσολάβησης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όπως άλλωστε έχει διατυπωθεί ως πρόταση από τη ρωσική πλευρά, αν και για προφανείς λόγους δεν είναι το πιθανότερο σενάριο. Ίσως, όμως, να χρησιμοποιηθεί η επίσκεψη ώστε να δοθεί ανάλογο μήνυμα στην ελληνική πλευρά.

Οι δηλώσεις Λαβρόφ, ενός πολύ έμπειρου και ικανού διπλωμάτη, που μετράει τα λόγια του αλλά όπου απαιτείται είναι και αρκετά ευθύς, θα έχουν αξία, κυρίως ως προς το πως και αν θα κρατήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.    

Πιστεύετε ότι οι δύσκολες μέρες στις ελληνορωσικές σχέσεις, που οδήγησαν στις απελάσεις των Ρώσων διπλωματών το καλοκαίρι του 2018 έχουν περάσει ανεπιστρεπτί; 

Οι ελληνορωσικές σχέσεις παρέμειναν παγωμένες για ένα ανεπίτρεπτα μεγάλο χρονικό διάστημα, δεδομένης της αυξημένης σημασίας που έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια η Ρωσία στα τεκταινόμενα της ευρύτερης περιοχής. Η Ελλάδα και η Ρωσία οφείλουν να θέσουν ένα νέο ρεαλιστικό πλαίσιο ως μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου επαναπροσέγγισης. Ασφαλώς υπάρχουν περιορισμοί οι οποίοι προκύπτουν από τον ισχυρό βαθμό δέσμευσης της Ελλάδας σε σχέση με τη Δύση και την θέση που κατέχει η Αθήνα στον σκληρό πυρήνα αυτής. Αυτό που πρέπει σε πρώτη φάση να αντιμετωπιστεί είναι η αμοιβαία καχυποψία της μεν Ρωσίας για την ταύτιση κατά αυτήν της Ελλάδας κυρίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες και της δε Ελλάδας για την στρατηγικού χαρακτήρα σχέση που φαίνεται να αναπτύσσεται μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Μπορούν άραγε να γίνουν κάποιες κινήσεις που έμπρακτα θα καθησυχάσουν τα δύο μέρη; Ο χρόνος θα δείξει.

Θεωρείτε πως οι Ρώσοι θα αντιδράσουν στην ξεκάθαρη επιλογή της Αθήνας να ευθυγραμμιστεί με τα συμφέροντα των ΗΠΑ στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής και των επενδύσεων; 

Η Ελλάδα έχει ενισχύσει εσχάτως τους στρατιωτικούς τις δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς επίσης έχει προσελκύσει επενδύσεις από αμερικανικές εταιρείες, με το ενδιαφέρον των ΗΠΑ να εστιάζεται και στον χώρο της ενέργειας. Εδώ γνωρίζουμε  ότι Ουάσιγκτον και Μόσχα βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα και η Αθήνα φαίνεται να έχει επιλέξει την πρώτη έναντι της δεύτερης, προτάσσοντας παράλληλα και το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον του περιορισμού, όχι όμως της εξάλειψης, καθότι αυτό είναι αδύνατο, του βαθμό εξάρτησης από την από το ρωσικό φυσικό αέριο. Είναι ενδιαφέρον ότι εδώ και σχεδόν δύο χρόνια Ηνωμένες Πολιτείες και Γερμανία βρίσκονται σε αντιπαράθεση εξαιτίας της πρόθεσης του Βερολίνου να προωθήσει και ένα δεύτερο παράλληλο αγωγό με αυτόν του Βόρειου Ρεύματος (Nord Stream), που θα συνδέει απευθείας τη Γερμανία με τη Ρωσία, παρακάμπτοντας άλλες ευρωπαϊκές χώρες και επιτείνοντας την εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Αθήνα και Μόσχα κινούνται σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις και ως προς το ζήτημα της ένταξης των δυτικών Βαλκανίων στους υπερατλαντικούς θεσμούς, κάτι που φάνηκε με ξεκάθαρο τρόπο με τη Συμφωνία των Πρεσπών, Αλλά σε άλλα περιφερειακά θέματα όπως της Συρίας και της Λιβύης τα συμφέροντα των δύο αν δεν ευθυγραμμίζονται τουλάχιστον δεν είναι ανταγωνιστικά. Όμως, οπωσδήποτε έχει τη σημασία του ότι προσώρας η Ρωσία έχει επιλέξει να μην έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με την Τουρκία ακόμα και στα ζητήματα που οι διαφωνίες τους είναι μεγάλες ίσως και ανυπέρβλητες. Η Μόσχα ασφαλώς και θα ήθελε να αποτρέψει την ευθυγράμμιση των συμφερόντων Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί η ίδια να παράσχει στην Ελλάδα τις εγγυήσεις που μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση με την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας και έτσι κι αλλιώς η πραγματιστική ρωσική ηγεσία ξέρει πως να προσαρμόζεται σε εδραιωμένες καταστάσεις. 

Ποιο “χαρτί” μπορεί να τραβήξει η Αθήνα ώστε να μην διαταράξει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ αλλά να διατηρήσει μια θετική ατζέντα με τη Μόσχα; 

Η διατήρηση μίας ισορροπημένης πολιτικής ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις δεν είναι μία εύκολη υπόθεση. Ωστόσο, στο βαθμό που διαπιστώνεται απροθυμία εμπλοκής από πλευράς των ΗΠΑ στα περιφερειακά τεκταινόμενα και μία ευρύτερη σύγχυση στην περιφερειακή τους πολιτική ασφαλώς η Αθήνα πρέπει να αναζητά συμπληρωματικές λύσεις για την κατοχύρωση της απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Στον βαθμό που η επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα θα μπορούσε σε μεταγενέστερο χρόνο να της βάλει πίεση ή να την υποχρεώσει να αναθεωρήσει μερικώς την πολιτική της στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ευπρόσδεκτη. Εντούτοις, ας μην έχουμε αυταπάτες: η συγκρουσιακή πορεία στην οποία βρίσκονται ΗΠΑ και Ρωσία δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια διαπραγματευτικών ελιγμών εκ μέρους μας. Πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που ο διαφαινόμενος νικητής των προεδρικών εκλογών, Τζο Μπάιντεν, προσδιορίζει τη Μόσχα ως τη μεγαλύτερη απειλή, χρεώνοντάς της προσπάθειες να διαρρήξει τις συμμαχίες ασφάλειας των ΗΠΑ. Από την άλλη, στο σημερινό ρευστό και μεταβαλλόμενο περιβάλλον, ακόμη και χώρες με μικρότερο διπλωματικό εκτόπισμα δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένες ούτε να εγκλωβίζονται σε καταστάσεις που τους συρρικνώνουν τις επιλογές.

Διαβάστε ακόμα

Λαβρόφ για τα 12 ναυτικά μίλια: «Κυρίαρχο δικαίωμα κάθε κράτους»