Η χθεσινή ανακοίνωση του υπουργείου Ενέργειας της Τουρκίας, που αφήνει να εννοηθεί πως οι εργασίες του Ορούτς Ρέϊς θα ολοκληρωθούν στις 29 Νοεμβρίου κι έπειτα θα αποχωρήσει από την περιοχή γεννά ερωτήματα για την χρονική συγκυρία που η Άγκυρα επέλεξε να σηκώσει «λευκή σημαία». Στην Ευρώπη έχουν ξαναδεί παρόμοια στάση όταν παραμονές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Οκτωβρίου η Άγκυρα – υπό το φόβο κυρώσεων – είχε αποσύρει το Oruc Reis για να το επαναφέρει λίγες μέρες μετά στα ύδατα της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Την ίδια ώρα τόσο ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν όσο και ο στενότερος σύμβουλός του, Ιμπραχίμ Καλίν, στέλνουν μηνύματα προσέγγισης στην Ευρώπη, είκοσι μέρες πριν την κρίσιμη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ο ίδιος ηο Ερντογάν επιδόθηκε το Σαββατοκύριακο σε μια “επίθεση φιλίας” στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επισημαίνοντας πως η σημερινή Τουρκία, βλέποντας τον εαυτό της ως συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιθυμεί να παραμείνει αναπόσπαστο κομμάτι της Ευρώπης. “Όσο δεν μας υποχρεώσουν σε άλλες αναζητήσεις, απο το εμπόριο μέχρι και την άμυνα την προτίμηση μας την κάνουμε πάντα υπέρ της Δύσης”, είπε ο Τούρκος Πρόεδρος, προειδοποιώντας επί της ουσίας ότι αυτή η επιλογή ισχύει όσο δεν υπάρχουν πιέσεις προς την Άγκυρα. Στην ίδια γραμμή και ο Ιμπραχίμ Καλίν, που ολοκλήρωσε μια σειρά διπλωματικών επαφών στις Βρυξέλλες και την ίδια στιγμή μιλά πλέον ανοιχτά για διερευνητικές επαφές με την Αθήνα, ώστε να συζητηθούν “η υφαλοκρηπίδα, αλλά και το καθεστώς των νησιών”.

Η Τουρκία θέλει “πάση θυσία” να αποφύγει τις κυρώσεις

Αναλυτές στην Αθήνα αλλά και στις Βρυξέλλες επισημαίνουν πως ότι η Τουρκία θέλει πάση θυσία να αποφύγει τις κυρώσεις, αλλά κι ένα πιθανό εμπάργκο στην πώληση όπλων που έχει επανειλλημένα ζητήσει η Αθήνα. Κι αν το τελευταίο είναι κρατική απόφαση κι αφορά μεμονωμένα τα κράτη - μέλη, το θέμα των οικονομικών κυρώσεων θα μπορούσε να έχει ουσιαστικές αλλά και ψυχολογικές επιπτώσεις στην χειμαζόμενη τουρκική οικονομία.

Οι χώρες εναντίον της Τουρκίας

Από την τηλεδιάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ την προηγούμενη Πέμπτη, διεφάνη ένας συνασπισμός χωρών που ζητούν πλέον ανοιχτά την επιβολή κυρώσεων κατά της Άγκυρας. Στο μπλοκ αυτό, πλην Ελλάδας και Κύπρου, συμμετέχουν και οι Γαλλία, Ιταλία, Αυστρία, Ολλανδία, Ιρλανδία και Εσθονία. Μάλιστα η Ολλανδία πρότεινε την επιβολή εμπάργκο όπλων στην Τουρκία στο επερχόμενο Συμβούλιο Κορυφής του Δεκεμβρίου, ενώ και ο ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική, Ζοζέπ Μπορέλ, έστειλε νέο μήνυμα προς την Άγκυρα, ενόψει της Συνόδου Κορυφής, λέγοντας πως αναμένονται αποφάσεις από την ΕΕ, σημειώνοντας πως “ο χρόνος τελειώνει”.

Από την άλλη, χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ουγγαρία αλλά και η Μάλτα εξακολουθούν να εναντιώνονται στην πιθανότητα κυρώσεων κατά της Άγκυρας, λόγω των στενών εμπορικών τους σχέσεων, αλλά και λόγω φόβων για αύξηση των μεταναστευτικών ρευμάτων στην Ευρώπη ενορχηστρωμένα από την Τουρκία. Από την προηγούμενη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου βέβαια μεσολάβησε η φιέστα Ερντογάν στα Βαρώσια, κατά παραβίαση όλων των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά και η συνεχής παρουσία του Orus Reis στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο που, παρά τις εξαγγελίες των Τούρκων αξιωματούχων, δεν απεσύρθη ποτέ στο λιμάνι της Αττάλειας.

Όπως σημειώνουν στο reader.gr διπλωματικές πηγές, “από το προηγούμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο η Τουρκία έχει εκδώσει έξι συνεχόμενες NAVTEX, ενώ έχει μεσολαβήσει και το σόου Ερντογάν στα Βαρώσια”. Και εξηγούν ότι μια “προσχηματική” αποχώρηση του Oruc Reis λίγο πριν τη Σύνοδο Κορυφής δεν θα μπορούσε να πείσει την Ευρώπη για να αποφύγει τις κυρώσεις στην Άγκυρα. Χαρακτηριστικές ήταν και οι χθεσινές δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας, Ιβ Λε Ντριάν, που υποστήριξε ότι δεν αρκούν οι κατευναστικές δηλώσεις εκ μέρους του Ερντογάν, “αντίθετα, χρειάζονται πράξεις”.