Στο μεταξύ η Αθήνα βρίσκεται στην τελική ευθεία για την υπογραφή συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία, η οποία έρχεται σε συνέχεια του “ανοίγματος” της Αθήνας στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Είχε προηγηθεί η επίσκεψη Μητσοτάκη και κορυφαίων υπουργών στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας, όπου επισημοποιήθηκε η στενή συνεργασία των δυο χωρών σε μια σειρά πεδίων αλλά και η συνομολόγηση ρήτρας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής στην περίπτωση που Αθήνα ή Αμπου Ντάμπι δεχθούν απειλή της κυριαρχίας τους. Πρόκειται για μια συμφωνία η οποία θα έρθει το επόμενο διάστημα προς ψήφιση στη Βουλή, την οποία χαιρέτισε και η αξιωματική αντιπολίτευση, δια στόματος Γιώργου Κατρούγκαλου, στην πρόσφατη ενημέρωση των κομμάτων από τον υπουργό Εξωτερικών.

Τις επόμενες εβδομάδες αναμένεται να ολοκληρωθεί και η Συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, η οποία θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την αποστολή μιας ελληνικής συστοιχίας αντιαεροπορικών Patriot στο Ριάντ, με στόχο την προστασία κρίσιμων υποδομών ενέργειας της Αραβικής χώρας. Για τη συμφωνία αυτή εργάζονται τόσο στο υπουργείο Εξωτερικών, όσο και στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ενώ επίκειται και επίσκεψη κυβερνητικού κλιμακίου στο Ριάντ μέσα στο Δεκέμβριο, ανάλογα βέβαια και με τις εξελίξεις στο πεδίο της πανδημίας.

Το άνοιγμα στις Αραβικές χώρες έχει μεγάλη σημασία για την ελληνική εξωτερική πολιτική, έρχεται σε συνέχεια των ιστορικών συμφωνιών εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και των ΗΑΕ, ενώ διαμορφώνει και τα δυο στρατόπεδα στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, με την Τουρκία να στηρίζεται ξεκάθαρα από το Κατάρ που ανακοινώνει μεγαλεπίβολες επενδύσεις στην οικονομία της γειτονικής χώρας και Σαουδική Αραβία με ΗΑΕ να επιλέγουν την ευθυγράμμιση με το τρίγωνο Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ.

Πιθανολογείται μάλιστα ότι στο επόμενο διάστημα μπορεί να επιδιωχθεί και η διεύρυνση των σχημάτων συνεργσίας, ενώ και η Αίγυπτος, που είναι σε τροχιά συνεννόησης με το παραπάνω σχήμα, διατηρεί κομβικό ρόλο στις εξελίξεις.

Οι κυρώσεις κατά της Άγκυρας

Όσο κι η αν η Τουρκία έχει αγνοήσει τις εκκλήσεις του διεθνούς παράγοντα, όσο κι αν έχει προηγηθεί η προκλητική στάση τριών και πλέον μηνών στη ΝΑ Μεσόγειο, όσο κι εάν έχει προκαλέσει τη διεθνή κοινότητα με το σόου στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου, η επιλογή των κυρώσεων κατά της Τουρκίας από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης φαντάζει δύσκολη στην παρούσα φάση. Άλλωστε τόσο η Γερμανία, που διατηρεί πολύ σημαντικές εμπορικές σχέσεις με την Τουρκία όσο και η Ισπανία, που έχει έκθεση σε Τουρκικές τράπεζες και μεγάλες εμπορικές συμφωνίες, δεν επιθυμούν την επιβολή κυρώσεων. Χώρες όπως η Ιταλία ή η Μάλτα φοβούνται επίσης πιθανές παρενέργειες στο μεταναστευτικό, ένα θέμα το οποίο η Άγκυρα έχει εργαλειοποιήσει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Η Αθήνα και η Λευκωσία έχουν δίπλα τους τη Γαλλία, που έχει μιλήσει μέχρι και για διακοπή της τελωνειακής ένωσης ΕΕ - Τουρκίας, αλλά και χώρες όπως η Ολλανδία που έχει κάνει λόγο για επιβολή εμπάργκο πώλησης όπλων στην Άγκυρα.

Σε κάθε περίπτωση η Αθήνα έχει διαμηνύσει σε όλους τους τόνους πως δεν προτίθεται να εμπλακεί σε κανενός είδους διάλογο με την Άγκυρα πριν τη Σύνοδο Κορυφής, είτε σε επίπεδο διερευνητικών επαφών, είτε σε επίπεδο διμερούς διαλόγους μεταξύ των υπουργείων Εξωτερικών. Η προσδοκία της Ελληνικής πλευράς είναι πως το πακέτο κυρώσεων που έχει διαμορφώσει ο Ζοζέπ Μπορέλ θα βρεθεί στο τραπέζι των αρχηγών-κρατών της ΕΕ, στη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής στις 10-11 Δεκεμβρίου, ώστε το όποιο μήνυμα ή πολιτική απόφαση ληφθεί να εδράζεται επάνω σε μια απειλή ή σε μια απόφαση που θα καταλήγει στην επιβολή κυρώσεων είτε κατά φυσικών, είτε κατά νομικών προσώπων.