Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η ατμόσφαιρα στη συνέντευξη Τύπου Τσίπρα-Ερντογάν στην Άγκυρα δεν ήταν ηλεκτρισμένη. Τουναντίον, υπήρχε μια σιωπηρή συγκατάβαση στην ατμόσφαιρα: σαν ο καθένας να γνώριζε τον ρόλο του, αλλά και το απώτατο όριο αυτής της συζήτησης που έλαβε χώρα. Για να το πούμε αλλιώς, τα πράγματα δεν ήταν όπως εκείνον τον Δεκέμβριο του 2017, όταν ο Ταγίπ Ερντογάν, ένα βράδυ πριν την έλευσή του στην Αθήνα, έδωσε μια συνέντευξη στον ΣΚΑΪ και την τορπίλισε, πριν καν πατήσει το πόδι του στο Ελευθέριος Βενιζέλος. 

Έμπειρο πολιτικό στέλεχος έλεγε μέσα στη μέρα ότι ένα βασικό στοιχείο των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι ότι «πρέπει να μιλάμε». Βεβαίως, ο ελληνοτουρκικός δίαυλος είναι απαραίτητος. Και είναι απαραίτητος σε στιγμές που το ευρύ κοινό δεν αντιλαμβάνεται υποχρεωτικά. Είναι τότε που η μία πλευρά σηκώνει το τηλέφωνο και αδιαμεσολάβητα επικοινωνεί με την άλλη. Φαίνεται, λοιπόν, όπως προκύπτει και από μια αποστροφή του πρωθυπουργού προς το τέλος της συνέντευξής του, ότι τουλάχιστον αυτή η δυνατότητα υπάρχει. Προσοχή όμως: ακόμα και να σηκωθεί το ακουστικό, η έκβαση της συνομιλίας σε καμία περιπτωση δεν πρέπει να προκαταλαμβάνεται. 

Τι άλλαξε μετά τη συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν; Το πιθανότερο τίποτε. Σημαίνει αυτό ότι δεν έπρεπε να πάει στην Άγκυρα ο κ. Τσίπρας; Τουναντίον. Αλλά, οι πάγιες θέσεις της Τουρκίας δεν άλλαξαν, ούτε προβλέπεται να αλλάξουν στο ορατό μέλλον. Ο κ. Ερντογάν, δε, ακόμα και σε μια «προσεκτική» συνέντευξη Τύπου, βρήκε την ευκαιρία να κάνει ορισμένες «χειρουργικές» παρεμβάσεις, τόσο για τον σεβασμό που οφείλει η Ελλάδα στους νεκρούς του αποτυχημένου πραξικοπήματος του 2016 και η οποία θα πρέπει να εκδηλωθεί με επιστροφή των 8 αξιωματικών στην Τουρκία, όσο και για το ότι, για να επαναλειτουργήσει η Σχολή της Χάλκης, θα πρέπει να υπάρξει ευνοϊκή ρύθμιση για τους μουφτήδες από την ελληνική πλευρά. 

Δεν είμαστε, συνεπώς, στο ναδίρ. Στο ναδίρ βρεθήκαμε εκείνον τον τραυματικό Δεκέμβριο του 2017, όσο και αν ο κ. Τσίπρας προσπάθησε να «μακιγιάρει» το αποτύπωμα της τότε επίσκεψης Ερντογάν. Αλλά δεν κάνουμε και θεαματικά άλματα προς τα εμπρός. Για παράδειγμα, χρησιμοποιώντας άρτια τη διπλωματική αργκό, ο κ. Τσίπρας αποτύπωσε την κατάσταση στασιμότητας όταν είπε «να βάλουμε τα θεμέλια, ώστε να μπορούμε κάποια στιγμή να χτίσουμε». «Να βάλουμε». Όχι «βάζουμε», υπάρχει σημαντική διαφορά. 

Τι απτό προκύπτει από τη σημερινή συνάντηση; Πέρα από μια θετική προαίρεση «να μιλήσουμε», ουδέν: ούτε καμία διμερής συμφωνίας υπεγράφη, όπως είπε ο κ. Τσίπρας, ούτε προσδιορίστηκε σαφέστερα η ημερομηνία της επόμενης συνεδρίασης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, αν και ο κ. Ερντογάν είπε ότι στο μέλλον θα έρθει στη Θεσσαλονίκη συνοδευόμενος από Τούρκους επιχειρηματίες. Απλώς, αποτυπώθηκε η κοινή βούληση για ανοιχτούς διαύλους. Με άλλα λόγια, επισημάνθηκε το minimum. 

Πρέπει, λοιπόν, τουλάχιστον να μιλάμε. Αλλά όχι απλά για να μιλάμε.