Η βουλή της πΓΔΜ συνεδριάζει σήμερα για τρίτη συνεχόμενη μέρα ώστε να ψηφίσει - στο τέλος της διαδικασίας - για το εάν θα πρέπει να προχωρήσουν οι συνταγματικές αλλαγές που προβλέπει η συμφωνία των Πρεσπών και το πολιτικό θερμόμετρο παραμένει στο κόκκινο.

Ο Ζόραν Ζάεφ επιδιώκει με κάθε τρόπο να αποσπάσει θετικές ψήφους από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης, που με τη σειρά τους ζητούν από τον Πρωθυπουργό να μην προχωρήσει τη διαδικασία αναθεώρησης και να στείλει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές. Κι όλα αυτά, την ώρα που το Στέιτ Ντιμπαρτμεντ, καλεί μέσω του υφυπουργού Εξωτερικών Γουές Μίτσελ, να επιτρέψει στους βουλευτές να ψηφίσουν κατά συνείδηση για το Σύνταγμα, "δίχως απειλές για βία, εκδίκηση ή άλλες μορφές πίεσης”, σε μια επιστολή που απήυθυνε ο κ. Μίτσελ στον ηγέτη του VMRO, Χρίστιαν Μίτκοτσκι. Ο κ. Μίτσελ εκφράζει μάλιστα την "απογοήτευσή του" για τη στάση του VMRO και τους καλεί να πράξουν τα δέοντα δίχως μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Ο Αμερικανός διπλωμάτης επισήμανε πως από την σκοπιά των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη συμφωνία ανάμεσα στην ΠΓΔΜ και την Ελλάδα πέρα από την συμφωνία των Πρεσπών, την οποία χαρακτήρισε «ιστορική ευκαιρία» για το μέλλον της γειτονικής χώρας. “Σας καλούμε να δημιουργήσετε το χώρο, ιδιωτικό και δημόσιο για τους βουλευτές του κόμματός σας, ώστε να αποφασίσουν το πώς θα ψηφίσουν στις συνταγματικές αλλαγές, χωρίς απειλές βίας, αντιποίνων ή εξαναγκασμού” καταλήγει η ιδιαίτερα αιχμηρή επιστολή, δείγμα του ενδιαφέροντος του αμερικανικού παράγοντα να κλείσει η υπόθεση της αναθεώρησης στη γειτονική χώρα.

“Το όνομα της χώρας δεν αλλάζει, συμπληρώνεται... “, ήταν πάντως η χθεσινή τοποθέτηση του Ζόραν Ζάεφ, που υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν έχει ασκήσει πιέσεις σε βουλευτές για αν υπερψηφίσουν την συμφωνία. Πάντως ασφαλείς προβλέψεις δεν μπορεί να κάνει κανείς, ενώ χθες ανακοινώθηκε ότι μια ομάδα βουλευτών του VMRO αποφάσισαν να μην πάρουν το λόγο στη διάρκεια της συζήτησης στη βουλή, κίνηση που ερμενεύτηκε αρχικά ως μια ένδειξη ότι μπορεί να θέλουν να “μιλήσουν στην κάλπη”. Τελικά, πηγές της αντιπολίτευσης υποστήριξαν πως επρόκειτο για αντιπολιτευτική τακτική.