Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει εγκαταλείψει την ιδέα της «εισπήδησης» στην Κεντροαριστερά, παρά το γεγονός ότι δεν χάνει αφορμή για να κατακρίνει το Κίνημα Αλλαγής που δεν ανταποκρίνεται στο... φλερτ του ΣΥΡΙΖΑ. Η παρουσία του πρωθυπουργού στο συνέδριο του SPD στο Βερολίνο ήταν μία ακόμη αφορμή για να βγουν όλα αυτά στον αφρό, τονίζοντας ιδιαίτερα τη στάση των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας σε Ισπανία και Πορτογαλία, οι οποίες - σύμφωνα με τον κ. Τσίπρα - συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις της Αριστεράς απέναντι στους πολιτικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Αντιθέτως, ο πρωθυπουργός δεν δίστασε ν' ασκήσει κριτική στο ΚινΑλ για το γεγονός πως, όπως είπε, διεξάγει αγώνα κατά των επιλογών της Αριστεράς και των ιστορικού χαρακτήρα πρωτοβουλιών που - κατά τον ίδιο - αναλαμβάνει η κυβέρνησή του.

Για ποιο λόγο επιχειρεί λοιπόν να πιέσει ο ΣΥΡΙΖΑ το ΚινΑλ και για ποιο λόγο ο κ. Τσίπρας κάνει όλο και πιο στενές τις σχέσεις του με τους Σοσιαλδημοκράτες; Οι απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα είναι προφανείς. Το πρώτο έχει να κάνει με τις συνεργασίες εν όψει και της απλής αναλογικής, ενώ το δεύτερο με την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να ανοιχτεί και να απευθυνθεί και σ' άλλα εκλογικά κοινά πέραν του παραδοσιακού της Αριστεράς και δη σ' αυτό του «μεσαίου χώρου», ο οποίος στατιστικά αποτελεί κριτήριο για την επικράτηση ενός κόμματος στις εκλογικές αναμετρήσεις την τελευταία 20ετία στην Ελλάδα. Επίσης, η συνεργασία με τους ΑΝΕΛ είναι γνωστό πως κυρίως λόγω του Σκοπιανού, αλλά και λόγω ζητημάτων γενικότερου ιδεολογικού χαρακτήρα οδεύει προς το τέλος της, οπότε ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει ν' αναζητήσει άλλους συμμάχους εάν θέλει να παραμείνει ένα κόμμα εξουσίας.

Εν όψει και των αυτοδιοικητικών εκλογών, αυτό που λένε στην Κουμουνδούρου είναι ότι οι συμμαχίες θα επιτευχθούν «από τα κάτω», δηλαδή από τον κόσμο και από τη βάση της Κεντροαριστεράς και όχι σε επίπεδο κορυφαίων στελεχών ή συνεννοήσεις μεταξύ επιτελείων. Γεγονός είναι, ωστόσο, ότι μέχρι στιγμής οι συμμαχίες αυτές εκφράζονται μόνο στις υποψηφιότητες των περιφερειαρχών Δυτικής Ελλάδας και Κρήτης, Απόστολου Κατσιφάρα και Σταύρου Αρναουτάκη και του δημάρχου Θεσσαλονίκης, Γιάννη Μπουτάρη. Για τους δύο πρώτους, το ΚινΑλ είχε προλάβει... στη στροφή τον ΣΥΡΙΖΑ κι είχε δηλώσει τη στήριξή του, υπενθυμίζοντας με νόημα ότι και οι δύο προέρχονται από τον ευρύτερο χώρο που αυτό καλύπτει, ενώ ο τρίτος ουσιαστικά δεν έχει ανακοινώσει εάν θα είναι εκ νέου υποψήφιος και η προσέγγιση με τον ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε ύστερα από μία συνάντηση που έγινε με πρωτοβουλία του κ. Τσίπρα λίγες ώρες μετά την επίθεση που είχε δεχθεί ο κ. Μπουτάρης από ακροδεξιά στοιχεία, στο περιθώριο συλαλλητηρίων για τη Μακεδονία.

Αυτό που ξεχώρισε πάντως από την παρουσία Τσίπρα στο Βερολίνο ήταν ο νέος γύρος αυτοκριτικής του για το πρώτο εξάμηνο του 2015, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αποκήρυξε τις τότε ιδέες και αντιλήψεις του ΣΥΡΙΖΑ και παλιών, πλέον, συντρόφων του: «Όταν εγώ βρέθηκα μπροστά στο μεγαλύτερο δίλημμα που θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί ένας πρωθυπουργός, τον Ιούλη του 2015, αυτό που με βοήθησε να πάρω δύσκολες αποφάσεις, ήταν όταν με καθαρό μυαλό εκτίμησα τις συνέπειες που θα είχε η όποια πολιτική επιλογή στις κοινωνικές δυνάμεις που η Αριστερά οφείλει να εκπροσωπεί και να υπερασπίζεται. [...] Η επιλογή της εξόδου από το ευρώ και η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, που σε κάποιους ακούγονταν εξόχως επαναστατική και αριστερή επιλογή, ήταν στη πραγματικότητα η επιλογή της ολικής καταστροφής των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης, προς όφελος αυτής της ελίτ. Μια βίαιη αναδιανομή πλούτου από κάτω προς τα πάνω. Βιαιότερη από αυτή των μνημονίων της λιτότητας. Προτιμήσαμε λοιπόν ένα δύσκολο συμβιβασμό», είπε χαρακτηριστικά στην ομιλία του ο κ. Τσίπρας.