Η διαπραγμάτευση για τις συντάξεις συνεχίζεται σε υψηλό επίπεδο, καθώς ο Ευκλείδης Τσακαλώτος πραγματοποιεί επαφές σε Βερολίνο και Λονδίνο, ωστόσο η κυβέρνηση εξακολουθεί να εκφράζει υπέρμετρη αισιοδοξία για την τελική έκβαση της μάχης. Αυτό ήταν το στίγμα που έδωσε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, αποφεύγοντας πάντως ν' απαντήσει εάν η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες ή θα συμβιβαστεί με μερική αναστολή των περικοπών, εάν τα πράγματα στις συζητήσεις με τους θεσμούς δεν εξελιχθούν κατ' ευχήν.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έβαλε, μάλιστα, ακόμη πιο ψηλά τον πήχη, ανοίγοντας παράθυρο να μην εφαρμοστεί ούτε η μείωση του αφορολόγητου το 2020, εφόσον το επιτρέψουν τα δημοσιονομικά στοιχεία, καθώς είπε πως η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης είναι ακριβώς η ίδια με αυτή για τις συντάξεις. Παράλληλα, για μία ακόμη φορά περιέγραψε το δίπολο των εκλογών, παρουσιάζοντας από τη μία πλευρά τον Αλέξη Τσίπρα ως εγγυητή των ελαφρύνσεων και της ενίσχυσης των αδύναμων κοινωνικά και οικονομικά κι από την άλλη τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως σύμμαχο και υποστηρικτή του ΔΝΤ, της λιτότητας κι ενός νέου μνημονίου.

Η μάχη της κυβέρνησης για τις συντάξεις ελάχιστα απασχόλησε, πάντως, τη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ αργά χθες το απόγευμα, καθώς τα μέλη της - εκτός από μία γενική αποτίμηση της εμφάνισης του πρωθυπουργού, αλλά και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη ΔΕΘ - εστίασαν στις οργανωτικές αλλαγές που φέρνει στο κόμμα η αλλαγή γραμματέα. Μάλιστα, η νέα σύνθεση της Πολιτικής Γραμματείας θα προκύψει από τη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής που θα γίνει τελικώς στις 5 και 6 Οκτωβρίου και όχι όπως είχε σχεδιαστεί αρχικά την Παρασκευή ή το Σάββατο, δηλαδή πριν από την αναχώρηση Τσίπρα για τις ΗΠΑ και τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

Εκτός από την εκλογή του νέου οργάνου, το οποίο θα αριθμεί λιγότερα μέλη σε σχέση με το σημερινό που έχει 29, η Κεντρική Επιτροπή θα συζητήσει και τις πολιτικές προτεραιότητες του ΣΥΡΙΖΑ εν όψει εκλογών. Φαινομενικά, τουλάχιστον, όχι των εθνικών, αλλά των αυτοδιοικητικών, αφού πονοκέφαλο διαρκείας για την Κουμουνδούρου αποτελεί η εξεύρεση των κατάλληλων υποψηφίων και των κατάλληλων συμμαχιών, με το βλέμμα στραμμένο στην Κεντροαριστερά. Εξ ου και η συζήτηση για το θέμα αυτό δεν «άνοιξε» στη χθεσινή συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας, αλλά παραπέμφθηκε στο κορυφαίο κομματικό όργανο και την επικείμενη συνεδρίασή του.

Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, είναι γνωστό ότι υπάρχουν δύο αντίρροπες τάσεις. Η πρώτη είναι αυτή που εκφράζεται από την ηγετική ομάδα και ορίζει ως προτεραιότητα τις συνεργασίες με την Κεντροαριστερά, όπως εκφράζεται π.χ. μέσα από τη στήριξη των Αρναουτάκη-Κατσιφάρα στις περιφέρειες Κρήτης και Δυτικής Ελλάδας αντίστοιχα ή του Γιάννη Μπουτάρη στο δήμο Θεσσαλονίκης. Η δεύτερη είναι η θέση που υποστηρίζουν κυρίως στελέχη της ομάδας των 53, η οποία ορίζει πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να πορευτεί αυτόνομα και να μη γίνει «νέο ΠΑΣΟΚ». 

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι, παρά την κυβερνησιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ, φαντάζει ως εξαιρετικά δύσκολη αυτή τη στιγμή η εξεύρεση υποψηφίων που θα υποστηριχθούν αποκλειστικά από το κυβερνών κόμμα και όχι στο πλαίσιο ευρύτερων συμμαχιών. Ευρύτερες συμμαχίες ούτως ή άλλως επιβάλλει η απλή αναλογική που θα ισχύσει στις προσεχείς δημοτικές και περιφερειακές εκλογές και τούτο ακριβώς αποτελεί το επιχείρημα Τσίπρα για συνεργασία και προγραμματική βάση με την Κεντροαριστερά.