Συνεχίζεται η κόντρα μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για τη συμφωνία Αλέξη Τσίπρα-Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, αναφορικά με τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας.

Πεδίο της κόντρας αποτελεί πλέον ο νόμος 4111/2013 που είχε ψηφιστεί από την κυβέρνηση Σαμαρά.

Το Μέγαρο Μαξίμου σε ανακοίνωσή του σημειώνει ότι μετά τη συμφωνία για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, η Νέα Δημοκρατία, εξέφραζε επισήμως την ικανοποίησή της, διεκδικώντας και την πατρότητα της πρότασης ενώ ρωτά τον Κυριάκο Μητσοτάκη «αν γίνεται έρμαιο των ακροδεξιών».

Σύμφωνα με το Μαξίμου, «χρειάστηκαν μόνο λίγες ώρες για να επιβεβαιωθεί ποιος κάνει κουμάντο στη ΝΔ. Το ένα μετά το άλλο, πρωτοκλασάτα στελέχη της ΝΔ, προεξαρχόντων του Αντιπροέδρου της, Άδωνι Γεωργιάδη, του Μάκη Βορίδη και εσχάτως του Κωνσταντίνου Κυρανάκη, ακυρώνουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τάσσονται κατά της πρότασης συμφωνίας. Δεν περιμένει κανείς ότι ο κ. Μητσοτάκης θα μπορέσει να επιβληθεί στους ακραίους που ελέγχουν το κόμμα του και στους υπόγειους σχεδιασμούς τους».

Και η ανακοίνωση καταλήγει με ερωτήματα προς τον πρόεδρο της ΝΔ: «Περιμένουμε ωστόσο από τον κ. Μητσοτάκη μία ξεκάθαρη απάντηση: Η ΝΔ παραμένει υπέρ της πρότασης συμφωνίας με την Εκκλησία της Ελλάδος ή για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ο κ. Μητσοτάκης έγινε πάλι έρμαιο των ακροδεξιών;».

Από την πλευρά τους πηγές της Νέας Δημοκρατίας επεσήμαναν νωρίτερα πως «ο νόμος 4111/2013 που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Σαμαρά θέσπισε ακριβώς το αντίθετο από το σαθρό επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ ότι η ΝΔ δήθεν αφαίρεσε από τους κληρικούς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου» και εξηγούν:

«Ο εν λόγω νόμος όχι μόνον κατοχύρωσε ότι οι κληρικοί υπάγονται στο Δημόσιο, αλλά για πρώτη φορά προέβλεψε ρητά (αρ.13 παρ 5 του νόμου), τη μισθοδοσία τους από τον κρατικό προϋπολογισμό μέσω του υπ. Παιδείας και κυρίως την υποχρέωση ένταξής τους στην Ενιαία Αρχή Πληρωμής.

Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία, (σε αντίθεση με την πρόχειρη συμφωνία που προωθεί ο κ. Τσίπρας) είχε την πλήρη συμφωνία όχι μόνον της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και του Πατριαρχείου, όπως βέβαια και της Εκκλησίας της Κρήτης. Και τούτο διότι ρύθμισε επιπλέον και τις όποιες αμφιβολίες υπήρχαν στις σχέσεις των κληρικών με την ελληνική πολιτεία, εξασφαλίζοντας πλήρως τα μισθολογικά και τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα».

Επιπλέον από τη ΝΔ σημειώνουν πως «το αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας μας είναι κατοχυρωμένο στον Καταστατικό της Χάρτη και αφορά αποκλειστικά την οργάνωση και διοίκηση της, χωρίς να μεταβάλλει το πραγματικό καθεστώς του εφημέριου κλήρου. Συνεπώς, η εξαίρεση της Εκκλησίας από το Δημόσιο τομέα αφορά αποκλειστικά την οργάνωση και διοίκηση της, αφού αυτή ανταποκρίνεται και στον Καταστατικό της χάρτη και έγινε με τη σύμφωνη γνώμη όλων».

Αυτό προκύπτει, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, από το άρθρο 68 παρ. 1 υπ. 3 νόμου 4235/2014, σύμφωνα με το οποίο: «"Οι ισχύουσες διατάξεις, γενικές ή ειδικές, που ορίζουν ρητώς την κρατική εποπτεία επί των ανωτέρω νομικών προσώπων, τη διοίκηση και διαχείρισή τους, το δημοσιονομικό και διαχειριστικό έλεγχό τους, καθώς και τη διαδικασία πρόσληψης και την υπηρεσιακή κατάσταση του κάθε είδους προσωπικού τους δεν θίγονται. Διαχειριστικές πράξεις των ανωτέρω προσώπων, για τις οποίες αυτά επιχορηγούνται ή χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους, υπόκεινται στις διατάξεις για τις κρατικές ή δημόσιες συμβάσεις και την εποπτεία και έλεγχο της διαχείρισης κρατικών και Άμεση και Ευρωπαϊκών πόρων".

Με απλά λόγια, όλα τα σαθρά επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι τίποτα άλλο από μια εναγώνια προσπάθεια του κ. Τσίπρα να αιτιολογήσει την πρωτοφανή αναστάτωση που προκάλεσε τόσο στις τάξεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, όσο και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξαιτίας μιας πρόχειρης συμφωνίας που επεδίωξε για προφανείς, πια, προεκλογικούς λόγους».