Ήδη, πριν από τη χθεσινή δεύτερη ψηφοφορία για τον καθορισμό των προς αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος, ένα ήταν σαφές: το άρθρο 32, με το οποίο αποσυνδέεται η διαδικασία εκλογής ΠτΔ από τη διάλυση της Βουλής, θα ήταν το κλειδί. Εφόσον οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δεν οπισθοχωρούσαν την τελευταία στιγμή, η υπερψήφιση αυτού του άρθρου με πάνω από 180 βουλευτές, θα άνοιγε τον δρόμο, ώστε στην επόμενη Βουλή να ψηφιστεί με 151 βουλευτές.

 Κάπου εδώ «κολλάει» και το δίλημμα του Κυριάκου Μητσοτάκη, το οποίο το Reader.grέχει αναδείξει εδώ και μήνες και έχει να κάνει με τη συνέχιση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος από την\ κυβέρνηση που θα προκύψει μετά τις εκλογές, πιθανότατα μια κυβέρνηση της ΝΔ. Θα προχωρήσει, συνεπώς, η επόμενη κυβέρνηση κανονικά με την αναθεωρητική διαδικασία, έστω και με μια «μικρή» αναθεώρηση ή θα κάνει ένα restart, προκειμένου να περιλάβει κεφαλαιώδεις συνταγματικές τομές, όπως η αναθεώρηση του άρθρου 16, ξεκινώντας από την αρχή και από την προαναθεωρητική διαδικασία εκ νέου;

Το τελευταίο δεν έχει ξαναγίνει ποτέ στη μεταπολιτευτική ιστορία, αλλά δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα. Τουναντίον, δια της οδού της «αδράνειας», η επόμενη κυβέρνηση θα μπορούσε να ξεκινήσει τη διαδικασία από την αρχή, χωρίς να την ολοκληρώσει στην πρώτη κοινοβουλευτική σύνοδο, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα. Από την άλλη, η «συμβατική» πορεία προβλέπει συνέχιση και ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας στη Βουλή που θα προκύψει μετά τις εκλογές, με τις διατάξεις που κατέστησαν αναθεωρητέες με πάνω από 180 ψήφους να χρειάζονται απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών και τις διατάξεις που ψηφίστηκαν με λιγότερες από 180 ψήφους να χρειάζονται διευρυμένη πλειοψηφία 3/5, δηλαδή 180 ψήφων.

Η απόφαση, συνεπώς, είναι στα χέρια του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και η απάντηση του διλήμματος δεν είναι απλή, ούτε λαμβάνεται με απόλυτο τρόπο τώρα: θα κριθεί, εν πολλοίς, και από το εκλογικό αποτέλεσμα σε λίγους μήνες και τις πολιτικές ισορροπίες που θα διαμορφωθούν στην επόμενη Βουλή. Θα πρέπει, για παράδειγμα, να φανεί, αν η ΝΔ έχει πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή και πώς διαμορφώνονται τα αριθμητικά δεδομένα ως προς την προεδρική εκλογή του 2020. Υπό αυτό το πρίσμα, το οριστικόν της απόφασης παραπέμπεται για το (εγγύς) μέλλον. 

Η τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, πάντως, στη Βουλή χθες δίνει μια κατεύθυνση: ένα ολικό restart της διαδικασίας μπορεί να μην εξυπηρετούσε ιδιαίτερα, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι η αναθεώρηση του άρθρου 16 θα πρέπει να περιμένει για τουλάχιστον μια δεκαετία ακόμη. Η υπερψήφιση του άρθρου 32 και η διαφαινόμενη αποσύνδεση της εκλογής ΠτΔ από τη διάλυση της Βουλής θα είναι, ουσιαστικά, το «διαβατήριο» της επόμενης κυβέρνησης για μια ανέφελη θητεία, έστω και αν, το να γίνουν εκλογές τον Οκτώβριο του 2019, σημαίνει ότι κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν θα μπορούσε στα σοβαρά να «ρίξει» φρέσκια κυβέρνηση με επίκληση την εκλογή ΠτΔ. 

Υπάρχει, δε, και η παράμετρος της απλής αναλογικής: αν αυτό το restartγίνει πράξη, η επόμενη Βουλή θα είναι προαναθεωρητική και θα πρέπει και πάλι να μεσολαβήσουν εκλογές, για να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση. Η επόμενη κυβέρνηση ΝΔ θα αλλάξει τον εκλογικό νόμο, αλλά το να βρει 200 βουλευτές για να ισχύσει από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση είναι αντικειμενικά δύσκολο. Άρα, οι εκλογές ανάμεσα στις δύο αναθεωρητικές φάσεις θα γίνονταν με απλή αναλογική σε αυτό το σενάριο. Όπερ σημαίνει ότι το εν λόγω σενάριο είναι δύσκολο.