Είναι μεσημέρι και το πούλμαν από το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» έχει ξεκινήσει με προορισμό το Μαρούσι και τα γραφεία της εταιρείας λογισμικού Workable. Ο Μάνφρεντ Βέμπερ φορά ακόμα το πρωινό του κοστούμι, δεν έχει χαλαρώσει τη γραβάτα του. Σηκώνεται και έρχεται στο πίσω μέρος του λεωφορείου, προκειμένου να μιλήσει με τους δημοσιογράφους που παρακολουθούν μια ακόμα επίσκεψή του στην Αθήνα. Θα μιλάει σχεδόν μέχρι την άφιξη στο Μαρούσι.

Λίγο νωρίτερα, ο κ. Βέμπερ, στενός πολιτικός εταίρος και πλέον προσωπικός φίλος του Κυριάκου Μητσοτάκη είχε δώσει ένα σημαντικό μήνυμα: εφόσον εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη προς την επόμενη ελληνική κυβέρνηση, τότε μπορεί να συζητηθεί η μείωση των πλεονασμάτων της τάξης του 3,5%, στα οποία έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση έως το 2023. Πρόκειται, αν μη τι άλλο, για μια προσεκτική μεν, αλλά σημαντική διατύπωση, με δεδομένο ότι σε λίγους μήνες ο κ. Βέμπερ μπορεί να είναι ο πρόεδρος της Κομισιόν και, σε κάθε περίπτωση, θα έχει βαρύνοντα λόγο την επόμενη μέρα. 

Τι είναι «εμπιστοσύνη», λοιπόν; Νωρίτερα το πρωί, σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο κ. Βέμπερ είχε τονίσει ότι το σημείο εκκίνησης είναι να μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να βασίζεται στην Ευρώπη και αντίστροφα. «Το σημείο εκκίνησης σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα είναι ότι πρέπει να βασιζόμαστε ο ένας στον άλλο. Γι αυτό υπάρχουν οι στόχοι και πρέπει να ξεκινήσουμε από κει. Αλλά για το μέλλον πρέπει να εξετάσουμε, έχουμε μια κυβέρνηση στην Ελλάδα που ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για τις επενδύσεις;  Και ξέρουμε ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα δεν χρησιμοποίησε τη γενική αναπτυξιακή ώθηση στην Ευρώπη. Γι΄αυτό νομίζω ότι εφόσον υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση στο μέλλον είναι μια καλή ευκαιρία για να συζητήσουμε τα μελλοντικά κριτήρια των όρων του προγράμματος. Αλλά για την ώρα, το σημείο εκκίνησης είναι ότι πρέπει να βασιστούμε ο ένας τον άλλο», υπογράμμισε ο κ. Βέμπερ, αναλυτικότερα.

Με πιο απλά λόγια: οι Ευρωπαίοι δεν επιθυμούν λόγια, αλλά έργα. Αυτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης το γνωρίζει. Γι’ αυτό και έχει αποφύγει να υποσχεθεί προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης του στόχου του πλεονάσματος, αμέσως μόλις εκλεγεί πρωθυπουργός. Ξέρει ότι αυτό είναι κάτι μη ρεαλιστικό. Το στοίχημα του προέδρου της ΝΔ, συνεπώς, είναι να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα «μεταρρυθμιστικού σοκ», ώστε να επανεκκινήσει η ελληνική οικονομία κανονικά και όχι απλά τυπικά. Να αποκτήσει έτσι η χώρα «πρόσωπο» απέναντι στις αγορές και στους Ευρωπαίους και, μετά τα μέσα του 2020, να μπορεί να κάνει τη συζήτηση για τα πλεονάσματα. Ο επιπλέον δημοσιονομικός χώρος, άλλωστε, είναι μια θεμελιώδης παράμετρος στη συλλογιστική του κ. Μητσοτάκη, ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις μεγάλης αναπτυξιακής ώθησης για την ελληνική οικονομία. Όλα στην ώρα τους όμως. 

Πέραν του «παραθύρου» για τα πλεονάσματα που άνοιξε ο κ. Βέμπερ, όμως, το επιτελείο Μητσοτάκη αποτιμά την επίσκεψή του ως σημαντική και για έναν ακόμη λόγο: σε μια περίοδο που η κυβέρνηση επιχειρεί να καλλιεργήσει την εικόνα της «απομόνωσης» του προέδρου της ΝΔ, εξαιτίας της στάσης του στο Σκοπιανό, ο κ. Μητσοτάκης απαντά με την πλήρη και σαφή στήριξη του ΕΛΚ στο πρόσωπό του. Για παράδειγμα, στο κλειστό σκέλος της συζήτησης στο πλαίσιο της συνεδρίασης του Bureau του ΕΛΚ, ο κ. Μητσοτάκης δέχθηκε τόσες πολλές ερωτήσεις από ευρωβουλευτές που, για να τις απαντήσει όλες, το πρόγραμμα ξέφυγε κατά μισή ώρα, ενώ και οι αναφορές του κ. Βέμπερ στο πρόσωπό του ήταν, ως συνήθως, εξαιρετικά θερμές.

Σήμερα, δε, είναι προγραμματισμένος ο δεύτερος γύρος: απόντος, βεβαίως, του Ισπανού Προέδρου του Λαϊκού Κόμματος Πάμπλο Κασάδο, ο κ. Μητσοτάκης θα έχει ξανά την ευκαιρία για συζήτηση με τον Μάνφρεντ Βέμπερ σε πάνελ που θα συντονίσει ο γνωστός δημοσιογράφος Σάιμον Νίξον.