Η διήμερη «μάχη» στη Βουλή για το Σύνταγμα που ξεκινά σήμερα με τις τοποθετήσεις των μελών της Επιτροπής Αναθεώρησης που συνεδρίασε περί τις 15 φορές τους προηγούμενους μήνες θα περιστραφεί, εν πολλοίς, γύρω από ένα ερώτημα: δεσμεύει ή όχι η προτείνουσα Βουλή (σ.σ. δηλαδή η σημερινή) την αναθεωρητική (σ.σ. την επόμενη) ως προς το περιεχόμενο των Συνταγματικών αλλαγών;

Κατά την κυβέρνηση, με βάση νομολογία του Αρείου Πάγου από το 2003, τη δεσμεύει. Με βάση την αντιπολίτευση, αλλά και τη μεγάλη πλειοψηφία των συνταγματολόγων, όχι. Και αυτό γιατί, αν την δέσμευε, τότε δεν θα υπήρχε η ανάγκη για εκλογές ανάμεσα στις δύο Βουλές, ανάμεσα στις δύο φάσεις της Συνταγματικής αναθεώρησης. Κάπως έτσι, αυτό που λέει η αντιπολίτευση είναι ότι η παρούσα Βουλή θα καθορίσει τον αριθμό των αναθεωρητέων άρθρων και η επόμενη Βουλή θα καθορίσει το περιεχόμενο των αλλαγών. 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαβλέπει πίσω από τη σπουδή της κυβέρνησης να δεσμεύσει την επόμενη Βουλή παραδοχή ήττας. Από την άλλη, δεν σκοπεύει να αφήσει την κυβέρνηση να εργαλειοποιήσει και τη διαδικασία της Συνταγματικής αναθεώρησης και τις αμέσως επόμενες μέρες θα στείλει ένα σαφές μήνυμα προς αυτή την κατεύθυνση. Από την οδό Πειραιώς, δε, διαμηνύουν ότι οι «καινοφανείς θεωρίες» που διακινεί η κυβέρνηση, προκειμένου να δικαιολογήσει την προσπάθεια δέσμευσης της επόμενης Βουλής, αντίκεινται σαφώς στο γράμμα του Συντάγματος, αλλά και στην κρατούσα άποψη στην κοινότητα των συνταγματολόγων. 

Βεβαίως, σε αυτό το σημείο τίθεται και ένα ερώτημα: διαθέτει η κυβέρνηση κάποιο μέσο, προκειμένου να δεσμεύσει την επόμενη Βουλή ως προς την κατεύθυνση των αλλαγών που θέλει να επιφέρει στο Σύνταγμα; Η απάντηση, με βάση την ανάλυση που έχουν κάνει στο επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι «όχι». Η πορεία της αναθεώρησης μετά τις εκλογές θα είναι στην αποκλειστική αρμοδιότητα της επόμενης Βουλής. 

Από εκεί και πέρα, η ΝΔ το επόμενο διάστημα και με ισχυρό το ενδεχόμενο να αναλάβει τη διακυβέρνηση του τόπου, θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα ερώτημα, όπως επεσήμαινε από χθες το Reader.gr: θα επιλέξει να ολοκληρώσει στην επόμενη Βουλή μια αναθεώρηση light, με λίγες ουσιαστικές παρεμβάσεις, προκειμένου να μπορεί να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις αρχές του 2020 ακόμα και με πλειοψηφία 151 βουλευτών και χωρίς να διαλύεται η Βουλή ή θα ξεκινήσει όλη τη διαδικασία ξανά από την αρχή, προκειμένου να διευρύνει το πεδίο της αναθεώρησης και να περιλάβει κεφαλαιώδεις δεσμεύσεις του κ. Μητσοτάκη, όπως αυτή για το άρθρο 16;

Η απάντηση από τη μεριά της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα δοθεί το επόμενο διάστημα λαμβάνοντας υπ’ όψιν το πόσο «τολμηρή» θα είναι η αναθεώρηση που θα εισηγηθεί η κυβέρνηση, όπως θα προκύψει από την ψήφιση των προς αναθεώρηση άρθρων τώρα και τον Μάρτιο. Με άλλα λόγια, το κριτήριο για τη ΝΔ θα είναι αν θα διαμορφωθεί μια «κρίσιμη μάζα» άρθρων που να δικαιολογούν συνέχιση της διαδικασίας μετά τις εκλογές ή αν θα πρόκειται για ένα «Σύνταγμα ευτυχίας» που ελάχιστες αλλαγές θα επιφέρει, όπως το όρισε σε πρόσφατη σύσκεψη της ΝΔ ο σύμβουλος του κ. Μητσοτάκη, καθηγητής Γιώργος Γεραπετρίτης. 

Η συνέχεια επί…του βήματος της Βουλής.