Στα «Μεσάνυχτα» της Ελεονώρας Μελέτη βρέθηκε καλεσμένη το βράδυ της Τετάρτης η Θεοδώρα Μεγαλοοικονόμου, και μίλησε για το ριφιφί που υπέστη η επιχειρήσή της το 1994. 

«Το 1994 που μας έκαναν μία διάρρηξη, κράτησε τρεις μέρες το ριφιφί. Είχα δύο παιδιά φοιτητές και ένα μικρό παιδί που είχε γεννηθεί το 1989. Τότε έγινα 102 κιλά, τότε άρχισα να καπνίζω», είπε η κυρία Μεγαλοοικονόμου.

Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε, η αξία των κοσμημάτων σε ευρώ ανέρχεται στα 20 εκατομμύρια: «Εμείς κάναμε χονδρική. Σημερινά χρήματα να ήταν κλειδωμένα σε ένα χρηματοκιβώτιο, να μη δουλεύαμε, να είχαμε αυτά τα κοσμήματα κλειδωμένα, είναι 20 εκατομμύρια ευρώ».

«Πάθαμε σοκ. Ο σύζυγος ξενύχταγε και κάπνιζε. Έπιασα τον εαυτό μου κάποια στιγμή να ανοίγω το ψυγείο και να κρατάω τη σαρδέλα και τη μαρμελάδα. Έτρωγα ανεξέλεγκτα και ανεβαίνει το παιδί και με ρωτάει γιατί κλαίω. Εκείνη την ώρα συνειδητοποίησα πως είχαμε ακίνητη περιουσία και είπα στον εαυτό μου πως τα μεγάλα μας παιδιά θα επιβιώσουν, θα βρουν το δρόμο τους. Το τεσσάρων χρονών τι θα κάνει; Θα το μεγαλώσουν εκείνοι; Η μητέρα μου που είναι 70; Θα αρρωστήσουμε εμείς θα πεθάνουμε, το ψυχολογικό γίνεται και σωματικό. Πήγα σε μια ντουλάπα, κλείδωσα όλα μου τα καλά ρούχα και είπα “Δώρα αύριο ξεκινάς από την αρχή”. Είμαι μια χαρά», είπε η κυρία Μεγαλοοικονόμου.

«Σκέφτηκα “θα κάθεσαι να κλαις πάνω από το χυμένο γάλα;”. Σκέφτηκα, αν έμπαιναν την ώρα που ήμασταν παρόντες με τα παιδιά και τους έβαζαν το πιστόλι στον κρόταφο και λέγανε “ανοίχτε τα με τη θέλησή σας γιατί τα εκτελούμε”. Θα τους λέγαμε ευχαριστώ και θα τα βάζαμε στο αυτοκίνητο να μην κουραστούν. Αν πάθαινε κάτι ένα παιδί μας και έπρεπε να θυσιάσουμε όχι αυτά, να δώσουμε τα ακίνητά μας για να το κάνουμε καλά, τι θα γινόταν, αν μπορούσαμε να το κάνουμε και καλά; Εγώ βλέπω πάντα το ποτήρι μισογεμάτο», είπε μεταξύ άλλων.