Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των Ελλήνων; Και πόσο άλλαξαν αυτά μέσα στα χρόνια της κρίσης; Σε αυτό το δύσκολο και ευρύ ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει η QED με μια μεθοδολογικά άκρως ενδιαφέρουσα έρευνα, με την ονομασία «People of Greece».

Η έρευνα της QED διαφοροποιείται από τις συνήθεις δημοσκοπήσεις ή έρευνες καταγραφής κοινωνικών τάσεων και προτιμήσεων ως προς πολλά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, ενώ οι περισσότερες έρευνες λαμβάνουν χώρα σε πολύ συγκεκριμένα και σύντομα χρονικά διαστήματα, αποτελώντας, ουσιαστικά, μια «φωτογραφία της στιγμής», η εν λόγω έρευνα ξεκίνησε να εξελίσσεται από το 2009 και έφτασε ως σήμερα. Επιπρόσθετα, η συλλογή των στοιχείων από το δείγμα δεν έγινε τηλεφωνικά, αλλά με εκ του σύνεγγυς επισκέψεις σε νοικοκυριά και face-to-face συνεντεύξεις. Η χρονική έκταση, αλλά και το μεγάλο δείγμα, δε, δίνουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να δουν τις επικαιροποιήσεις των απόψεων στον πληθυσμό, καθώς ένας βασικός κορμός μένει, αλλά πολλές προσαρμόζονται από κύμα σε κύμα. Τέλος, πέρα από γενικές απόψεις και συναισθήματα που καταγράφονται στις περισσότερες έρευνες κοινής γνώμης, στην εν λόγω έρευνα καταγράφηκαν με λεπτομέρεια συναισθήματα, αλλά και τρόποι διαχείρισης της καθημερινότητας. 

Η έρευνα δεν είχε ως βασικό στόχο να αποτυπώσει τις πολιτικές προτιμήσεις των πολιτών σε βάθος σχεδόν μιας δεκαετίας, κάτι που επίσης θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον, προκειμένου να εξηγηθούν φαινόμενα, όπως η κατάρρευση του παλιού δικομματισμού, η δημιουργία ενός νέου, αλλά και ο κατακερματισμός του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εστιάστηκε σε κοινωνικά ζητήματα και πώς αυτά καταγράφονται σε βάθος χρονου. 

Μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση που παρατηρήθηκε έχει να κάνει τόσο με τις έμφυλες ταυτότητες όσο και με τον τρόπο κοινωνικής ένταξης. Ως προς τις έμφυλες ταυτότητες είναι εμφανής η μετατόπιση ισχύος από τους άνδρες στις γυναίκες. Ως προς τους τρόπους κοινωνικής ένταξης, όχι μόνο διαπιστώνεται σαφής απαξίωση παραδοσιακών τρόπων ένταξης, αλλά και θετική νοηματοδότηση των αντιθέτων τους: Από τον/την σύντροφο για οικογένεια στον/στην έμπιστο/η φίλο/φίλη ως significant other, από το επάγγελμα/καριέρα στο project, από το ενδιαφέρον για την πολιτική στον ενεργό πολίτη εκτός πολιτικής.

Όπως παρατηρήθηκε, επίσης, την περίοδο 2010 - 2016 το 50% της Ελληνικής κοινωνίας απειλήθηκε από το φόβο της περιθωριοποίησης. Σήμερα, ο δείκτης κοινωνικής ενσωμάτωσης (75%) έχει ξεπεράσει τα επίπεδα του 2009 (66%) πράγμα που σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία άντεξε τη μεγάλη δοκιμασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευημερία έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 2009, αλλά αυτό που καταγράφουν οι ερευνητές είναι ότι η κοινωνία έχει βρει νέες φόρμουλες εσωτερικής συνοχής και αναζητα το πέρασμα στο επόμενο βήμα.

Ακόμα, συγκρίνοντας το 2009 με το 2018, οι μεγαλύτερες μετατοπίσεις στο δείκτη κοινωνικής ενσωμάτωσης γίνονται στις γενιές των νεότερων (στο πλαίσιο της έρευνας, όσοι είναι γεννημένοι 1985-2000) και των μεγαλύτερων (γεννημένοι 1945-1955): Οι μεν πρώτοι (νέοι) το 2009 είχαν τον χαμηλότερο δείκτη κοινωνικής ενσωμάτωσης και τώρα εμφανίζουν τον υψηλότερο. Οι δε δεύτεροι  (μεγάλοι) το 2009 είχαν παρόμοιο με τις  άλλες γενιές δείκτη κοινωνικής ενσωμάτωσης και τώρα οπισθοχωρούν σημαντικά κρατώντας την τελευταία θέση στο δείκτη.  Με άλλα λόγια, με δεδομένες και τις κοινωνικές και τεχνολογικές μεταβολές, η αυτοπεποίθηση του «ανήκειν» φαίνεται να αλλάζει χέρια. 

Η έρευνα, ακόμα, κατέγραψε εμφανή τα στοιχεία της παραδοσιακότητας και της μετανεωτερικότητας και μάλιστα χωρίς να συγκρούονται μεταξύ τους: Βρέθηκαν, δηλαδή, να συνυπάρχουν ως εναλλακτικές δεξαμενές τρόπων διαχείρισης της καθημερινότητας. Μια πιθανή γενίκευση θα μπορούσε να είναι ότι η ελληνική κοινωνία είναι σε διαδικασία ένταξης στη μετανεωτερικότητα. «Επιδιδόμαστε σε μετανεωτερικές πρακτικές, μιλάμε όμως ακόμα ιδίωμα παραδοσιακό», σημειώνουν οι ερευνητές, διαπιστώνοντας ότι έχει γίνει ένα κρίσιμο βήμα για τη μετάβαση στην επόμενη φάση, αλλά οι συμβολισμοί και το περιεχόμενο της νέας μας αφήγησης δεν φαίνονται να έχουν ακόμα αποκρυσταλλωθεί.

Συν τοις άλλοις, διαπιστώνεται ότι η ελληνική κοινωνία από το 2009 έως σήμερα διαπραγματεύτηκε το φόβο της περιθωριοποίησης μάλλον με επιτυχία. Παράλληλα με αυτό το εγχείρημα, διαπραγματεύτηκε και συνεχίζει να διαπραγματεύεται την ένταξή της στη μετανεωτερικότητα. Με άλλα λόγια, η ελληνική κοινωνία συνδύασε και συνδυάζει ακόμα δύο δύσκολες κοινωνικές διαδικασίες, εν είδει ενός διπλού άλματος. Σε αυτή τη διαδρομή, όμως, όπως διαπιστώνει η έρευνα της QED, το στοιχείο της παράδοσης είναι ακόμα εξαιρετικά εμφανές: με σταθερές αναφορές και προσλαμβάνουσες πορεύονται ακόμα και στην επόμενη φάση οι πολίτες, κάτι που, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας δεν λειτουργεί ως προορισμός (π.χ. επιστροφή στην παράδοση), αλλά αντίθετα, ως «παρηγορητική παρακαταθήκη», ως «δίχτυ ασφαλείας» στον δρόμο για την επόμενη μέρα.

Η έρευνα που χαρακτηρίζεται ως μια «διαδρομή ενσυναίσθησης με τα εργαλεία της κοινωνικής έρευνας» παρουσιάστηκε την Πέμπτη το μεσημέρι στο Ίδρυμα Θεοχαράκη και γι’ αυτή συζήτησαν ο υπουργός Επικρατείας και έμπειρος δημοσκόπος Χριστόφορος Βερναρδάκης, η βουλευτής της ΝΔ Όλγα Κεφαλογιάννη, ο ομότιμος καθηγητής Ψυχολογίας Κλήμης Ναυρίδης, ο πρόεδρος του ΕΚΚΕ και καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας του ΕΚΠΑ Νίκος Δεμερτζής, ο γενικός διευθυντής  της Actionaid Γεράσιμος Κουβαράς και η επικεφαλής της QED Χριστίνα Καράμπελα.