Το αργότερο μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου θα φθάσει στην ελληνική Βουλή προς κύρωση η Συμφωνία των Πρεσπών. Ως εκ τούτου το Μέγαρο Μαξίμου εισέρχεται σε μία ιδιαίτερα έντονη πολιτικά περίοδο με τον Πρωθυπουργό να καλείται να πάρει αποφάσεις πολλών επιπέδων που συνδέονται με την πορεία της κυβέρνησής του. 

Καλά πληροφορημένες πηγές αναφέρουν ότι η Συμφωνία μπορεί να έρθει ανά πάσα ώρα και στιγμή στην Βουλή μετά τις 20 Ιανουαρίου, ωστόσο την απόφαση θα λάβει ο Αλέξης Τσίπρας εφόσον ζυγίσει τα δεδομένα και ασφαλώς εφόσον έχει ελεγχθεί κατά πόσο οι συνταγματικές τροποποιήσεις στην πΓΔΜ είναι συμβατές με το κείμενό της. Μάλιστα ο Πρωθυπουργός έχει δεχθεί και εισηγήσεις για ψήφιση του Μακεδονικού περί τα τέλη Ιανουαρίου, όμως εάν αυτό δεν επιλεγεί φαίνεται πως η Συμφωνία θα κυρωθεί εντός του Φεβρουαρίου με ελάχιστες πιθανότητες να εγκριθεί αρχές Μαρτίου.

Με βάση αυτόν τον σχεδιασμό γίνεται κατανοητό ότι η χώρα εισέρχεται σε περίοδο πολιτικών εξελίξεων που θα έχουν μεν ως επίκεντρο την Συμφωνία των Πρεσπών αλλά θα επηρεάσουν τόσο την μορφή της κυβέρνησης όσο και τον χρόνο των εθνικών εκλογών.

Επίσης, γίνεται σαφές ότι η καθοριστική συζήτηση που έχουν συμφωνήσει να κάνουν οι Αλέξης Τσίπρας και Πάνος Καμμένος τον Μάρτιο μάλλον μετακινείται πιο μπροστά αφού η Συμφωνία θα έρθει συντομότερα προς ψήφιση στη Βουλή. Αυτό σημαίνει πως -εφόσον ισχύσουν όλα όσα έχει πει κατ' επανάληψη ο κυβερνητικός εταίρος, ο ίδιος και υπουργοί του -άγνωστο πόσοι- θα αποχωρήσουν από την κυβέρνηση. Αυτομάτως ο Πρωθυπουργός θα πρέπει να καλύψει τα κενά που θα δημιουργηθούν. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει προϊδεάσει για αντικαταστάσεις και όχι για ανασχηματισμό κάτι που θα γίνει συγχρόνως με τις παραιτήσεις των Νάσου Ηλιόπουλου και Κατερίνας Νοτοπούλου ώστε να επικεντρωθούν ως υποψήφιοι στην μάχη των αυτοδιοικητικών εκλογών. Ενδέχεται εφόσον κυρωθεί η Συμφωνία των Πρεσπών να αποχωρήσει και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας από το υπουργείο των Εξωτερικών.

Για την Συμφωνία των Πρεσπών απαιτούνται δύο διαφορετικές διαδικασίες και δύο ξεχωριστές ψηφοφορίες στο κοινοβούλιο. Η πρώτη θα αφορά στην κύρωσή της και μάλιστα η κυβέρνηση επιμένει ότι αυτή θα γίνει με 151 βουλευτές και η δεύτερη στην έγκριση της Βουλής για είσοδο της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Κατά τις πληροφορίες οι δύο ψηφοφορίες θα γίνουν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα με διαφορά λίγων ημερών, επομένως διαψεύδονται όλες οι φήμες πως η κυβέρνηση θα αφήσει το θέμα της ένταξης της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ για την περίοδο μετά τις εθνικές εκλογές. 

Το Μαξίμου έχει δώσει επίσης το στίγμα του για το τί θα συμβεί μετά την αποχώρηση των ΑΝΕΛ από το κυβερνητικό σχήμα. Έχει μιλήσει δια του Δ. Τζανακόπουλου για κυβέρνηση ανοχής με βάση το ισπανικό μοντέλο. Αυτό με βάση το Σύνταγμα μπορεί να συμβεί καθώς μία κυβέρνηση μπορεί να πέσει μόνο εφόσον υπερψηφιστεί πρόταση μομφής από τουλάχιστον 151 βουλευτές. Κάτι πολύ δύσκολο να συμβεί εφόσον ο κ. Καμμένος τηρήσει την δέσμευσή του ότι δεν θα υποστηρίξει πρόταση δυσπιστίας κι εφόσον βεβαίως το ΚΚΕ κρατήσει την ίδια στάση με την προηγούμενη πρόταση της ΝΔ τον προηγούμενο Ιούνιο. Εδώ κάπου η κυβέρνηση πιστεύει ότι θα της ασκηθούν πιέσεις από την αξιωματική αντιπολίτευση να καταθέσει ο πρωθυπουργός πρόταση παροχής ψήφου εμπιστοσύνης. Και το νεώτερο στοιχείο είναι ότι πλέον το Μαξίμου δεν αποκλείει μία τέτοια προοπτική. Διότι η ψήφος εμπιστοσύνης προς μία κυβέρνηση απαιτεί την πλειοψηφία επί των παρόντων βουλευτών (άρα όχι 151) με ψήφους όχι λιγότερες από 120. 

Σε μία τέτοια περίπτωση ο σχεδιασμός για τις κάλπες γέρνει περισσότερο προς τον Οκτώβριο.