Την άποψη ότι η συμφωνία της κυβέρνησης με τους θεσμούς είναι «too little too late» εκφράζει με συνέντευξή της στο Reader.gr η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ Σοφία Ζαχαράκη. «Χάσαμε πολλούς μήνες, χάσαμε περαιτέρω ποσοστό αξιοπιστίας και συγχρόνως οι πολίτες βάλλονται από υπερβολικούς φόρους και εισφορές και, το κυριότερο, από ένα έλλειμμα ελπίδας για το μέλλον τους», υπογραμμίζει και προσθέτει, παράλληλα, ότι τι αίτημα για πολιτική αλλαγή της ΝΔ δεν εδράζεται μόνο στην οικονομία, αλλά και στην κυβερνητική αποτυχία σε μια σειρά άλλων τομέων, με αποτέλεσμα το εν λόγω αίτημα να εκπορεύεται από την ίδια την πραγματικότητα.

Η συμφωνία, έστω και με καθυστέρηση, έκλεισε. Πώς αξιολογεί η ΝΔ το γεγονός, γιατί, όπως και να το κάνουμε, η ύπαρξη της συμφωνίας μας βάζει σε μια πορεία σταθερότητας, τουλάχιστον για ένα διάστημα.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν υπάρχει καμια αμφιβολία ότι η συμφωνία έπρεπε να κλείσει, έπρεπε όμως να έχει συμβεί αρκετούς μήνες πριν. Και το έχουμε επαναλάβει πάρα πολλές φορές. Μάλιστα, σε σημείο που θα έλεγε κάποιος ότι για αξιωματική αντιπολίτευση είναι μάλλον σπάνιο να έχει πιέσει τόσο πολύ για ολοκλήρωση αξιολόγησης και συμφωνίας, κάτι στο οποίο δεν μας είχε συνηθίσει ο ΣΥΡΙΖΑ την εποχή που ήταν αυτός στην αντιπολίτευση. Ας πάμε όμως στην ουσία. Καθυστέρησε τη δεύτερη αξιολόγηση και δεν κέρδισε τίποτα ουσιαστικό. Την ίδια ώρα, όμως, η πραγματική οικονομία έχει στραγγίξει. Έχουμε αύξηση των οφειλών των πολιτών προς την εφορία, έχουμε αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όλοι χρωστάμε σε όλους και ταυτόχρονα έχουμε μια κυβέρνηση, η οποία, σε όλους τους στόχους που έχει βάλει, έχει περάσει από κάτω. Να σας θυμίσω τι έχει γίνει με τον στόχο της ανάπτυξης; Φέτος υπήρχε πρόβλεψη για 2,7%. Δυστυχώς, θα είμαστε κάτω, πολύ πιο κάτω, φοβάμαι κάτω και από 1,5%. Άρα, τι πετύχαμε; Χάσαμε πολλούς μήνες, χάσαμε περαιτέρω ποσοστό αξιοπιστίας και συγχρόνως οι πολίτες βάλλονται από υπερβολικούς φόρους και εισφορές και, το κυριότερο, από ένα έλλειμμα ελπίδας για το μέλλον τους.

Βέβαια, το κυβερνητικό αφήγημα είναι ότι έχουν διαμορφωθεί δύο βασικά δεδομένα: αφενός ότι έχουμε για πρώτη φορά μεγαλύτερη σαφήνεια για το χρέος, αφετέρου ότι διαμορφώνεται μια πορεία εξόδου προς τις αγορές και μάλιστα με ευρωπαϊκά εχέγγυα, όπως προκύπτει από το statement του Eurogroup. Εσείς βλέπετε εφικτό τον στόχο της εξόδου στις αγορές το επόμενο διάστημα;

Φαίνεται ότι είναι κάτι πολύ δύσκολο και θα το συνδέσω με έναν άλλο στόχο, ο οποίος είχε τεθεί και μάλιστα με τυμπανοκρουσίες, πλην όμως φαίνεται να απομακρύνεται και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να επιχαίρει: μιλάω για το QE. Επειδή δεν υπήρξε καμία μνεία στο κείμενο της συμφωνίας, αυτό απομακρύνεται, φτάνουμε χρονικά στον ορίζοντα της ολοκλήρωσής του και η Ελλάδα δυστυχώς απείχε από αυτό και αυτό είναι εγκληματικό. Άρα, δημιουργούνται πολύ μεγάλες επιφυλάξεις και ανησυχία, για το αν τελικά θα πετύχουμε τον στόχο της εξόδου στις αγορές. Συγχρόνως, όμως, έχουμε ορισμένες πραγματικότητες μπροστά μας. Αυτές είναι, τα πολύ υψηλά πλεονάσματα, στα οποία δεσμεύεται η χώρα για πολλά χρόνια μετά το τέλος του προγράμματος και από το 2023 έως το 2060, σε υψηλές τιμές της τάξης του 2%. Και γιατί τονίζουμε κάθε φορά το πολύ μεγάλο ύψος των πλεονασμάτων: γιατί είναι τα χρόνια που η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθεί. Είναι τα χρόνια που θα πρέπει να έχουμε το δημοσιονομικό περιθώριο, ώστε να γίνουν αναπτυξιακές κινήσεις. Αυτές είναι οι πραγματικότητες που έχουν διαμορφωθεί μετά την εξαιρετικά κακή διαπραγμάτευση με τους θεσμούς και τη συμφωνία που ήρθε πολύ αργά. Ξέρετε, επειδή τελευταία συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε ξένες φράσεις, οι Άγγλοι λένε too little, too late (σ.σ. πολύ λίγο, πολύ αργά). Και, δυστυχώς αυτό θα το πληρώσουμε όλοι.

Ξέρετε, όμως, το πλαίσιο δεσμεύσεων που έχει συνομολογήσει η κυβέρνηση επηρεάαζει και τη ΝΔ εφόσον γίνει κυβέρνηση το επόμενο διάστημα. Είναι εφικτή η επαναδιαπραγμάτευση των στόχων; Και δεν μιλάω για τα πλεονάσματα από το 2023 ως το 2060, όσο κυρίως για τα πλεονάσματα της τάξης του 3,5% από το 2018 ως το 2022.

Είναι πολύ σωστή η ερώτηση κ. Ευγενίδη. Γιατί, όταν αναδεικνύουμε το ζήτημα των υψηλών πλεονασμάτων, θα πρέπει να δώσουμε και μια αντιπρόταση. Αυτό που θα κάνει η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι να διεκδικήσει κάτι καλύτερο. Κάτι που θα μπορέσει να προσδώσει μεταρρυθμιστική αξιοπιστία, να πείσεις δηλαδή τους δανειστές ότι εννοείς τις μεταρρυθμίσεις και δεν πηγαίνεις και νομοθετείς κατά τη διάρκεια του Eurogroup ή τρέχεις να προσθέσεις προαπαιτούμενα σε ένα νομοσχέδιο για την αλιεία. Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν πιστεύεις και δεν συνομολογείς αυτό το οποίο υπογράφεις. Από την άλλη, η ΝΔ θα διεκδικήσει από τους δανειστές και εταίρους τη μείωση των πλεονασμάτων, ώστε τα επόμενα χρόνια να δοθεί ο απαιτούμενος δημοσιονομικός χώρος και να πάρουμε την αναπτυξιακή αναπνοή που προανέφερα.  Αυτό θα κάνει η ΝΔ. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν και αναντίστοιχο με τις επιδιώξεις της και το έχουμε ήδη πει από τη ΔΕΘ, ότι ο στόχος για το πλεόνασμα θα πρέπει να είναι 2% για το πλεόνασμα, ώστε να μπορούμε να τρέξουμε με ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 4%.

Πάντως, με το κλείσιμο της αξιολόγησης, εγκαινιάζεται de facto, έστω και άγνωστο για πόσο, μια περίοδος πολιτικής σταθερότητας. Εσείς που ζητάτε εκλογές εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, πότε τις βλέπετε να γίνονται; Γιατί, είναι αρκετοί εκείνοι που λένε ότι η ΝΔ ζητά κάτι που δεν μπορεί να επιβάλλει και διαψεύδεται από τα γεγονότα.

Ζούμε σε δημοκρατία και δεν μπορούν να επιβληθούν εκλογές. Αυτό που μπορεί να γίνει, είναι να προκριθεί το αίτημα για την πολιτική αλλαγή. Αυτό το λέμε, γιατί, εκτός από την οικονομία, για να χρησιμοποιήσω και τη φράση του κ. Τσακαλώτου στη Βουλή, υπάρχουν και άλλα σημαντικά θέματα. Υπάρχει το ζήτημα της ασφάλειας και εδώ πρέπει να θυμίσουμε αυτό που ζούμε καθημερινά, για παράδειγμα στο κέντρο της Αθήνας, με τα άβατα που έχουν δημιουργηθεί ανά τη χώρα ή στα πανεπιστήμια, όπου καταστρέφεται δημόσια περιουσία συνεχώς. Να θυμίσω τι γίνεται με την παιδεία. Ο υπουργός είπε ότι θα φέρει το νομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στα μέσα Ιουλίου. Αυτό είναι κάτι που μας ανησυχεί ιδιαίτερα, γιατί επαναφέρεται ο κομματισμός στα πανεπιστήμια, επαναφέρονται διατάξεις που γυρίζουν τη χώρα τριάντα χρόνια πίσω. Να θυμίσω τι γίνεται στην υγεία; Να θυμίσω τι γίνεται στη δικαιοσύνη; Άρα, η ΝΔ δεν εδράζει το αίτημα για πολιτική αλλαγή μόνο στην οικονομία. Είναι η πραγματικότητα. Το αίτημα το θέτει η ανεργία, η ασφυξία στην ιδιωτική οικονομία, η μετανάστευση των νέων, το έλλειμα στην ασφάλεια των πολιτών. Άρα, δεν είναι μόνο το αίτημα της ΝΔ, είναι και ένα αίτημα που εκπορεύεται από την ίδια την πραγματικότητα η πολιτική αλλαγή.

Παράλληλα με αυτά που συζητάμε, υπάρχει και στο σκέλος του προγραμματικού λόγου της ΝΔ. Άλλωστε, πολλοί περιμένουν να ακούσουν κάτι τεκμηριωμένο από τη ΝΔ. Με δεδομένο ότι σε περίπου τρεις μήνες έχουμε και το ορόσημο της ΔΕΘ. Τι να περιμένουμε από τη συστηματοποίηση της επεξεργασίας του προγράμματος του κόμματος;

Πρόκειται για ένα θέμα που με αγγίζει, μιας και υπήρξα διευθύντρια της γραμματείας Προγράμματος της ΝΔ. Αυτό που ξεκίνησε με μια εργώδη προσπάθεια από πολλούς εθελοντές εξελίσσεται και ήδη έχουν ανακοινωθεί πτυχές του προγράμματος της ΝΔ. Ήδη, οι πολίτες έχουν ενημερωθεί για το θέμα της «δεύτερης ευκαιρίας» ή για την ενέργεια, αλλά και για κοινωνικά ζητήματα, ενώ στη Βουλή ο Κυριάκος Μητσοτάκης πολλές φορές παρουσίασε πρωτοβουλίες της ΝΔ για την παιδεία. Μιλάνε και οι τομεάρχες για τις πρωτοβουλίες που θα ληφθούν στα θέματα της υγείας, όπου ήδη έχουν εξαγγελθεί οι βασικοί άξονες. Και, γενικά, ξετυλίγεται η πρόταση της ΝΔ, απέναντι στην οποία οι πολίτες θα πρέπει να είναι αυστηροί. Αλλά, θα πρέπει να είναι και ενημερωμένοι για το τι θα κάνει η επόμενη η κυβέρνηση, αν της εμπιστευτούν την ψήφο τους.

Κλείνω με μια ερώτηση που προκύπτει από το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης όλο και περισσότερο βγαίνει από το γραφείο του και κάνει περιοδείες και στοχευμένες επαφές με κοινωνικές ομάδες. Βλέπω, όμως, ότι ένα σημαντικό μέρος του κόσμου, λόγω και της κατάστασης στασιμότητας, αμφιταλαντεύεται. Μένει, δηλαδή, μακριά από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν προσεγγίζει ακόμα τη ΝΔ. Πώς αυτόν τον κόσμο η ΝΔ μπορεί να τον συμπαρασύρει και να δημιουργήσει ένα κοινωνικό ρεύμα που θα δημιουργήσει και συνθήκες αυτοδυναμίας το επόμενο διάστημα;

Αυτό που παρατηρούμε αυτή τη στιγμή είναι η αποτύπωση μιας σχεδόν μόνιμης κατάστασης. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις του τελευταίου ενάμιση χρόνου, οι πολίτες ακούνε τη ΝΔ, αλλά έχουν δίκιο βέβαια να κοιτούν τα κόμματα με επιφύλαξη και να ζητούν τα μέγιστα από το πολιτικό προσωπικό και πρωτίστως ειλικρίνεια. Τη ΝΔ αυτή τη στιγμή τη στηρίζει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών, την παρατηρεί με μεγάλο ενδιαφέρον ένα ακόμα μεγάλο κομμάτι των πολιτών, το οποίο είμαι σίγουρη, ότι, όταν διαμορφωθούν οι συνθήκες διενέργειας των εκλογών, θα αγκαλιάσει τη μεγάλη προσπάθεια του κόμματος. Θα δει, δηλαδή, ότι υπάρχουν συγκεκριμένες λύσεις και κυρίως θα πρόκειται για λύσεις που δεν στηρίζονται σε κραυγαλέες επικοινωνιακές κινήσεις, αλλά είναι πράγματα απτά, εφαρμόσιμα, τα οποία θα γίνουν άμεσα με την ανάληψη της εξουσίας. Και, επιτρέψτε μου να σας πω, ότι είναι σχεδόν πρωτοφανές να υπάρχει σταθερή προτίμηση του κοινού που ερωτάται στις δημοσκοπήσεις ως προς την καταλληλότητα για την πρωθυπουργία στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Άρα, τα στοιχεία είναι θετικά, κανείς όμως δεν νιώθει εφησυχασμό, αλλά αντίθετα ευθύνη, ώστε και ο κόσμος που παρακολουθεί με καχυποψία να πειστεί και να αγκαλιάσει το εγχείρημα.