Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση έχει πάρει τις αποφάσεις της εδώ και καιρό αναφορικά με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Δεν υπάρχει, δε, εδώ και μέρες αμφιβολία, ότι κατά την ψήφιση της Συμφωνίας στη Βουλή,  η κυβέρνηση θα έχει τον ευκταίο αριθμό «151» που επιζητούσε εδώ και καιρό, προκειμένου να προκύπτει και πολιτική νομιμοποίησή της, πέρα από την τυπική που μπορούσε να εξασφαλιστεί με μια απλή πλειοψηφία επί των παρόντων.

Αυτό που, όμως, η κυβέρνηση εδώ και καιρό υποτιμά ήταν η διαφωνία της πλειοψηφίας των πολιτών, με βάση τουλάχιστον τα δημοσκοπικά δεδομένα. Κάπως ειρωνικό, αν μη τι άλλο, για ένα κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, που για πολλά χρόνια μιλούσε στο όνομα «των πολλών». Από την άλλη, σε μια αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, είναι σαφές ότι οι πλειοψηφίες είναι σχετικές. Όχι, όμως, κιόλας ότι δεν υπάρχει δυσαρμονία του πλειοψηφικού αισθήματος με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Η κυβέρνηση επί καιρό επιμένει ότι οι δημοσκοπήσεις δεν έχουν σημασία. «Έπεσαν τρεις φορές έξω το 2015, έτσι θα πέσουν και τώρα», έλεγαν και λένε κυβερνώντες. Στην περίπτωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, όμως, δεν υπάρχουν ιδιαίτερες μεταπτώσεις στη δημοσκοπική εικόνα: όλες οι έρευνες καταγράφουν μια διαφωνία των πολιτών σε επίπεδα άνω του 65%. Πέραν αυτού, όμως, η εικόνα του Συντάγματος είναι εμφατική.

Με βάση τους πρώτους υπολογισμούς, ο συνολικός αριθμός των συγκεντρωμένων ίσως δεν υπερβαίνει τον αριθμό προσέλευσης του αντίστοιχου συλλαλητηρίου, πέρυσι τέτοια εποχή. Αυτό από μόνο του, όμως, δεν σημαίνει τίποτε. Σε μια εποχή που οι πολίτες είναι κουρασμένοι και απογοητευμένοι, που η έννοια της διαδήλωσης ως μέσο πίεσης για την αλλαγή της κοινωνικής πραγματικότητας θεωρείται πασέ, δεκάδες χιλιάδες, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στον δρόμο, για να διατρανώσουν την αντίθεσή τους στη Συμφωνία. 

Όσοι βρέθηκαν στο Σύνταγμα δεν ήταν ακροδεξιοί. Βεβαίως, ανάμεσά τους υπήρξαν και ακροδεξιοί. Για παράδειγμα, πράγματα που ακούστηκαν από την εξέδρα των ομιλητών ή ο κύριος που στη ζωντανή μετάδοση του ΣΚΑΪ είπε ότι, όσοι ψηφίσουν τη Συμφωνία, θα πεθάνουν, ήταν ο ορισμός αυτών που δεν έπρεπε να συμβαίνουν και να λέγονται. Από την άλλη, όμως, πολλοί απλοί άνθρωποι, μόνοι, με φίλους ή με τις οικογένειές τους σηκώθηκαν και κατέβηκαν στο Σύνταγμα. Και αυτό έχει τη σημασία του ως μήνυμα για το πολιτικό σύστημα: μπορεί ο κόσμος να μην ξεσηκώνεται για τις συνέπειες τη μνημονιακής πολιτικής πλέον, αλλά πάντα τα εθνικά θέματα θα αγγίζουν μια ευαίσθητη χορδή. 

Ακόμα και με αυτά τα δεδομένα, πάντως, η κυβέρνηση θα μπορούσε να πει πως δεν έγινε δα και κάτι τόσο καταλυτικό στο Σύνταγμα. Και μετά ήρθαν τα δακρυγόνα. Προκαλεί αλγεινή εντύπωση: πώς με τα πολυδιαφημισμένα μέτρα ασφαλείας, με τους 2.000 αστυνομικούς ανεπτυγμένους στο Λεκανοπέδιο, δεν κατάφεραν να ελεγχθούν 50 ακραία στοιχεία και έφτασαν ως τον Άγνωστο Στρατιώτη και την κάτω είσοδο της Βουλής. Και τότε έπεσαν τα χημικά, με αποτέλεσμα άνθρωποι καθόλου μαθημένοι σε διαδηλώσεις, άνθρωποι ηλικιωμένοι ή παιδιά, να τρέχουν για να πάρουν ανάσα. Είναι σαφές ότι για την εκτεταμένη χρήση χημικών σε μια, κατά βάση, ειρηνική διαδήλωση, υπάρχουν υπεύθυνοι και οι ευθύνες πρέπει να αποδοθούν. Ιδίως από μια πολιτική ηγεσία που πριν από μερικά χρόνια θα ήταν στα «κάγκελα» για αντίστοιχα περιστατικά. 

Η Συμφωνία των Πρεσπών, λοιπόν, θα κυρωθεί. Η σημερινή «μάχη» που έδιναν οι διαδηλωτές ήταν εξ αρχής καταδικασμένη εν τοις πράγμασι. Δεν είναι, όμως, από εδώ και πέρα στρωμένος με ροδοπέταλα ο δρόμος για την κυβέρνηση. Τουναντίον. Τα πράγματα, ίσως, θα μπορούσαν να είναι ηπιότερα, αν η κυβέρνηση επεδίωκε τη διαμόρφωση ενός εθνικού μετώπου. Η επιλογή δεν έγινε και τώρα εισπράττει τα επίχειρα.