Αν κάτι κατέστη σαφές από την ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη χθεσινή συνεδρίαση της Κ.Ο. του κόμματος, ήταν ότι η ΝΔ δεν καταθέτει την πρότασή της για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, απλώς για να την καταθέσει, στο πλαίσιο της συζήτησης που έχει ανοίξει. Αντίθετα, ο κ. Μητσοτάκης διαμηνύει ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει τη «συριζοποίηση» του Συντάγματος, ούτε να παρέλθει μια δεκαετία επί της ουσίας, με μια μικρή και άτολμη Αναθεώρηση, μόνο με τα minimaτης συμφωνίας ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ.

Όπως το έθεσε, λοιπόν, ο κ. Μητσοτάκης προς το τέλος της τοποθέτησής του «εμείς θα εμποδίσουμε αυτή την εξέλιξη με κάθε μέσο που η ίδια η έννομη τάξη, που το ίδιο το Σύνταγμα, μας παρέχει, σήμερα ως αξιωματική αντιπολίτευση, και αύριο στην αναθεωρητική Βουλή με την εμπιστοσύνη των πολιτών ως η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία».

Τι εννοεί, όμως, ο πρόεδρος της ΝΔ; Η ΝΔ έχει εξηγήσει ότι δεν δεσμεύεται από τις αλλαγές που θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον δεν επέλθει συναίνεση, κάτι που φαντάζει…όνειρο θερινής νυκτός σε αυτή τη συγκυρία. Υπό αυτό το πρίσμα, η αξιωματική αντιπολίτευση σκοπεύει να αξιοποιήσει τις πρόνοιες του Συντάγματος, προκειμένου να μπλοκάρει την προαναφερθείσα «συριζοποίηση».

Εν προκειμένω, οι επιλογές είναι δύο. Στην πρώτη, ακόμα και αν η κυβερνητική πλειοψηφία καταφέρει να βρει 180 βουλευτές για να προτείνει άρθρα προς αναθεώρηση, στην επόμενη Βουλή, εφόσον η ΝΔ έχει την πλειοψηφία, υφίσταται η δυνατότητα να μην κινηθεί η Αναθεωρητική διαδικασία στην πρώτη Κοινοβουλευτική Σύνοδο μετά τις εκλογές. Έτσι, αν αυτή παρέλθει χωρίς να γίνει καμία ενέργεια, τότε το κοντέρ μηδενίζει και η διαδικασία ξεκινά ξανά από την αρχή. Στη δεύτερη, προκειμένου να μην χαθεί η χρονιά, μπορεί απλώς να μην γίνει, με πρωτοβουλία της νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, καμία ενέργεια, αυτό να κοινοποιηθεί στον πρόεδρο της Βουλής και αυτός να κηρύξει μη περατωθείσα τη διαδικασία, κάτι που επιτρέπει στην πλειοψηφία να ξεκινήσει από την αρχή την αμέσως επόμενη μέρα. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι η ΝΔ έχει βρει τα μέσα, προκειμένου να εκκινήσει από το μηδέν τη συζήτηση, εφόσον γίνει κυβέρνηση, θέτει το διακύβευμα στη νυν κυβερνητική πλειοψηφία να μην αφήσει την ευκαιρία για μια γενναία και ευρεία Συνταγματική Αναθεώρηση να πάει χαμένη, με την ψήφιση πολλών προς Αναθεώρηση άρθρων σε αυτή τη φάση και τους πολίτες να καθορίζουν την κατεύθυνση της Αναθεώρησης με την ψήφο τους στις εκλογές. 

Η ΝΔ, λοιπόν, ετοιμάζεται να καταθέσει τις οριστικές προτάσεις της την επόμενη εβδομάδα, ως τις 14/11. Στη χθεσινή Κ.Ο., συνεπώς, έγινε ευρεία συζήτηση, με πάνω από 20 βουλευτές του κόμματος να λαμβάνουν τον λόγο. Η εκκρεμότητα που υπάρχει και αναμένεται να κλείσει τις επόμενες ημέρες μέσα από εσωτερικό διάλογο, αφορά τον τρόπο εκλογής ΠτΔ: ο κ. Μητσοτάκης πρότεινε μεν δύο ψηφοφορίες με ενισχυμένη πλειοψηφία (200 και 180 βουλευτές), αλλά στο τρίτο στάδιο αναφέρθηκε σε εκλογή ΠτΔ από τον λαό. Για το ζήτημα υπήρξε συζήτηση, κατόπιν προτροπής του κ. Μητσοτάκη, με βουλευτές να προκρίνουν και μια άλλη εναλλακτική, αυτή της εκλογής ΠτΔ από ένα διευρυμένο σώμα εκλεκτόρων, με τη συμμετοχή πρώην πρωθυπουργών, Προέδρων, περιφερειαρχών και δημάρχων. Ακόμα, συζήτηση έγινε μέσα στην Κ.Ο. και για το ζήτημα της Συνταγματικής κατοχύρωσης ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, με τον Χρήστο Σταϊκούρα να περιγράφει ένα «δημοσιονομικό ταβάνι», με μερική ευελιξία, κάτι που όμως θα λειτουργεί και ως κατευθυντήριος για δικαστικές αποφάσεις, όπως π.χ. με την περίπτωση των αναδρομικών που είναι αυτές τις μέρες στην επικαιρότητα. 

Εν γένει, πάντως, ο κ. Μητσοτάκης έκλεισε τη χθεσινή συζήτηση στην Κ.Ο., έχοντας ακούσει τους βουλευτές του κόμματος, με τη διαπίστωση ότι η ΝΔ θα προσέλθει στην Επιτροπή Αναθεώρησης-απαντώντας σε επιφυλάξεις που διατύπωσε κυρίως ο Δημήτρης Σταμάτης ως προς το νόημα της συμμετοχής, με δεδομένες τις προθέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-, αλλά εξήγησε ότι η ΝΔ δεν δεσμεύεται ούτε από τον αριθμό των άρθρων που θα προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε από το περιεχόμενο που θέλει να προσδώσει στην Αναθεώρηση. Όσο για τη στάση της ΝΔ στην ψηφοφορία, όταν έρθει η ώρα, θα υπάρξει τότε νέα συνεδρίαση της Κ.Ο., προκειμένου αυτή να αποκρυσταλλωθεί, με βάση και τα δεδομένα της περιόδου.