Στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επισημαίνοντας την ανάγκη να «κατοχυρωθεί ρητά στο Σύνταγμα η θρησκευτική ουδετερότητα» της Ελλάδας.

«Νομίζω ότι η Πολιτεία, ο πολιτικός κόσμος, η Εκκλησία, οι πολίτες αλλά και οι πιστοί, έχουν σήμερα την ωριμότητα, την σωφροσύνη και την ευαισθησία να αποδεχτούν τον εξορθολογισμό των σχέσεων αυτών. Και έχω την εκτίμηση ότι και εδώ διαμορφώνονται ευρείες συναινέσεις ώστε να περάσουμε σε μια νέα εποχή. Διότι ούτε η Εκκλησία ούτε η Πολιτεία θέλουν τον εναγκαλισμό τους εντός ενός θεσμικού πλαισίου που δημιουργεί σύγχυση για τα όρια και τους ρόλους τους», είπε ο κ. Τσίπρας.

«Έχει έρθει λοιπόν ο καιρός ώστε να κατοχυρωθεί ρητά στο Σύνταγμα η θρησκευτική ουδετερότητα του ελληνικού κράτους με ότι αυτό συνεπάγεται κανονιστικά και πρακτικά. Και αυτή η ρητή κατοχύρωση είμαι βέβαιος ότι θα βρει σύμφωνη την Εκκλησία που και εκείνη θέλει ένα σαφές περίγραμμα των σχέσεων της με το Κράτος. Και αυτό θα είναι ένα σημαντικό βήμα για τον εκσυγχρονισμό και τη φιλελευθεροποίηση του Συντάγματος. Ένα σημαντικό βήμα για τον αναγκαίο διαχωρισμό των ρόλων ανάμεσα στο κράτος και την εκκλησία, που δεν είναι ένα αποκλειστικά συνταγματικό θέμα. Αλλά αφορά ένα δαιδαλώδες νομοθετικό και κανονιστικό πλέγμα το οποίο δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Αντίθετα προϋποθέτει διάλογο με σεβασμό και ειλικρίνεια. Προϋποθέτει καλή θέληση και μακρόχρονη κοινή εργασία. Και θέλω να διαβεβαιώσω και από αυτό εδώ το βήμα την Ηγεσία της Εκκλησίας ότι εμείς προσερχόμαστε σε αυτό το διάλογο με ακριβώς αυτό το πνεύμα» τόνισε ο πρωθυπουργός.

Στη συνέχεια ανέφερε ότι ο διάλογος που έχει με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο έχει «ωριμάσει αρκετά, ώστε να γνωρίζουμε πια τι είναι αναγκαίο και τι είναι αμοιβαία επωφελές, τόσο για την εκκλησία όσο και για το κράτος».

Παράλληλα ο κ. Τσίπρας πρότεινε την αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών και τη θέσπιση ορίου στη βουλευτική θητεία. 

«Με την Μεταρρύθμιση του Συντάγματος» θα «προωθήσουμε ώριμες και αναγκαίες τομές τόσο για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό μας σύστημα, όσο και για την εμβάθυνση της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατίας» είπε στην αρχή της τοποθέτησής του ο κ. Τσίπρας.

Η μεταρρύθμιση του Συντάγματος έχει στόχο να «απαντήσουμε στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός» και να αντιμετωπίσει η χώρα «τις προκλήσεις και τους κινδύνους που επιφυλλάσει η ανεξέλεγκτη κυριαρχία των αγορών και του νεοφιλελευθερισμού για τις σύγχρονες κοινωνίες».

«Προτείνουμε την καθιέρωση παγίως αναλογικού εκλογικού συστήματος στο Σύνταγμα αλλά και την ταυτόχρονη καθιέρωση της εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας», είπε ο κ. Τσίπρας και συμπλήρωσε: «η εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας αποτελεί το θεσμό σύμφωνα με τον οποίο πρόταση δυσπιστίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Κοινοβούλιο, παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι υπερψηφίζεται ταυτόχρονα και άλλος Πρωθυπουργός».

Παράλληλα η κυβέρνηση θα προτείνει την κατάργηση της διάταξης που προβλέπει διάλυση της Βουλής σε περίπτωση αδυναμίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Σύμφωνα με τον κ. Τσίπρα, ακόμα μία πρόταση προβλέπει ο έκαστοτε πρωθυπουργός «να είναι απαραιτήτως αιρετός από τον ελληνικό λαό, δηλαδή βουλευτής» καθώς «οι πρωθυπουργοί πρέπει να εκλέγονται από το λαό και να λογοδοτούν στο λαό και μόνον σε αυτόν».

«Άλλο ένα μέτρο που αφορά την αρχιτεκτονική των θεσμών είναι όμως και η υποχρέωση νέες ανεξάρτητες αρχές να ιδρύονται μόνο με αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών» είπε ακόμα ο κ. Τσίπρας.

«Επιμένουμε στην κατοχύρωση του δικαιώματος για διενέργεια δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία είτε για κρίσιμο εθνικό θέμα είτε για ψηφισμένο νομοσχέδιο. Και για αυτό θεσμοθετούμε για πρώτη φορά την λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία.Μέτρα δηλαδή που φέρνουν τον λαό αλλά και την πολιτική, τον διάλογο, τη διαφωνία, την αντιπαράθεση πολιτικών σχεδίων στο προσκήνιο», τόνισε ο κ. Τσίπρας.

«Δεν μπορεί να υπάρχουν πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας» είπε ο κ. Τσίπρας και χαρακτήρισε «θεσμική κατοχύρωση της ασυδοσίας και της ατιμωρησίας» τον νόμο περί ευθύνης υπουργών.

Η κυβέρνηση, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, θα προτείνει την τροποποίηση διατάξεων του συγκεκριμένου νόμου «ώστε να καταργηθεί η σύντομη παραγραφή για τα αδικήματα που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Και να προσδιοριστεί ταυτόχρονα ότι η ειδική δικονομική διαδικασία που προβλέπει αρμοδιότητα της βουλής δεν αφορά τα αδικήματα που τελούνται απλώς επ΄ευκαιρία αυτών. Και με τον τρόπο αυτό να εξισωθεί η ποινική μεταχείριση στο μέτρο που πρέπει, με την ποινική μεταχείριση όλων των πολιτών».

Αναφορικά με τη βουλευτική ασυλία, η κυβέρνηση θα προτείνει διατάξεις προκειμένου να καλύπτει αδικήματα που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων των εκάστοτε βουλευτών «και άρα θα ζητείται από τη βουλή να κρίνει αν χρειάζεται να δοθεί προστασία και όχι να κρίνει αν χρειάζεται να αρθεί η δεδομένη και πάσης φύσεως προστασία».

«Προτείνουμε να αναμετρηθούμε με την αντίληψη των πολιτών ότι η πολιτική είναι επάγγελμα και μάλιστα για ορισμένους επικερδές και όχι προσφορά» τόνισε ο κ. Τσίπρας και κατέληξε αναφερόμενος στην πρόταση για όριο θητειών στους βουλευτές που σκοπό έχει «να μην δημιουργούνται όροι συναλλαγής με το εκλογικό σώμα».