«Οδηγούς της ελπίδας» τους χαρακτήριζε ο Αλέκος Παναγούλης, πατέρας των στίχων του «Πάλης ξεκίνημα». Άλλοι βάδισαν προς τα εκεί με την συνειδητή τους δράση και άλλοι γιατί είχαν την ατυχία να νιώσουν από πρώτο χέρι την βαρβαρότητα της δράκας των Συνταγματαρχών «δια ασήμαντον αφορμήν».

Θα ακολουθούσαν αρκετές δεκάδες που πλήρωσαν με την ίδια τους την ζωή την δράση τους. Οι καταγεγραμμένοι «νεκροί της Χούντας», φτάνουν τους 88 και τα ονόματά τους εκφωνούνται στο «προσκλητήριο νεκρών» κατά την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πολλές εκατοντάδες ακόμα «τσακίστηκαν» στα ξερονήσια που η Χούντα τους εκτόπιζε, πεθαίνοντας αρκετά χρόνια αργότερα, χωρίς να καταγραφούν ως θύματά της. 

Οι δολοφόνοι των τριών πρώτων νεκρών της δικτατορίας, τιμωρήθηκαν με ποινές – χάδι και με υπεράσπιση που παραπέμπει ευθέως και στις σύγχρονες κρατικές δολοφονίες. Περί εξοστρακισμού σφαιρών ο λόγος.

Μαρία Καλαβρού

Πρώτο θύμα της δικτατορίας, η 24χρονη Μαρία Καλαβρού, που από την οργή της για τα παρελαύνοντα τανκς στην οδό Πατησίων όπου βρίσκονταν με την αδερφή της, μούτζωσε προς ένα από αυτά. 

Ο ανθυπίλαρχος Ιωάννης Αλμπάνης, έστρεψε τον πυργίσκο του τανκ προς το μέρος της και με μια ριπή από τα πέντε μέτρα, την έριξε νεκρή. Η αδερφή της περιγράφοντας την σκηνή, αναφέρει: «Καθώς βαδίζαμε με την αδελφή μου, άκουσα έναν πυροβολισμό και μετά είδα την αδελφή μου να σωριάζεται στο πεζοδρόμιο. Νόμισα πως λιποθύμησε. Αλλά όταν έσκυψα είδα τα αίματα».

Άλλος αυτόπτης μάρτυρας, κατέθετε: «Αιφνιδίως, ο άνθρωπος που βρισκόταν στον πυργίσκο ενός από τα τανκς, μετακίνησε το πολυβόλο εναντίον των κοριτσιών και έριξε μια ριπή από απόσταση περίπου πέντε μέτρων. Ακούστηκαν ουρλιαχτά και τα τανκς προσπέρασαν».

Σύμφωνα με ανθρώπους που υπηρετούσαν μαζί με τον Αλμπάνη, τον είχαν ακούσει να δικαιολογεί την πράξη του, λέγοντας: «Της έριξα της πουτάνας για να μάθει να φασκελώνει». 
Όταν δολοφόνησε την Μαρία Καλαβρού, ο Ιωάννης Αλμπάνης ήταν ανθυπίλαρχος. Το τέλος της δικτατορίας τον βρήκε ίλαρχο. Η ποινή που του επιβλήθηκε πρωτόδικα ήταν 5,5 έτη, ενώ μετά την αναίρεση και την επανάληψη της δίκης το 1977 μειώθηκε σε μόλις τρια έτη.

Βασίλης Πεσλής

Την ίδια μέρα, την ημέρα της επιβολής της δικτατορίας έπεφτε νεκρός και ο 15χρονος Βασίλης Πεσλής. Βρισκόταν ανάμεσα σε αρκετό κόσμο που είχε μαζευτεί στην πλατεία Αττικής για να μάθει τι συνέβαινε θορυβημένος από την παρέλαση των τανκς στο κέντρο της πόλης. 

Ένας πυροβολισμός του λοχία Λυμπέρη Ανδρικόπουλο, διέλυσε το συγκεντρωμένο πλήθος. Πίσω έμεινε μόνο το άψυχο κορμί του 15χρονου. Ο πυροβολισμός τον είχε βρει στο κεφάλι, σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Δημήτρη Τελώνη. Ένας άλλος αυτόπτης, δήλωσε πως όταν ρώτησε τον Ανδρικόπουλο γιατί σκότωσε το παιδί, η απάντηση που πήρε ήταν «Με έβρισε, με αποκάλεσε μαλάκα». Ο πατέρας του δολοφονημένου παιδιού απευθύνθηκε με επιστολές στον αντιστράτηγο Σπαντιδάκη και στον ταξίαρχο Παττακό. Ο μεν πρώτος δήλωσε αναρμόδιος, ο δε δεύτερος διέταξε μια έρευνα που είχε την τύχη των ΕΔΕ που ακολουθούν κάθε τέτοια περίπτωση. 

Ο ιατροδικαστής Αγιουτάντης, συνέταξε μια ψευδή νεκροψία που μιλούσε για εξοστρακισμό της σφαίρας κάτι που στοιχειοθετούσε… ατύχημα. Το παιδί όπως αποδείχθηκε περίτρανα, είχε δεχτεί ευθεία βολή. Οι ευθύνες του ιατροδικαστή στην δίκη του 1976 είχαν ήδη παραγραφεί, ενώ ο Ανδρικόπουλος που το τέλος της χούντας τον βρήκε αστυφύλακα στον Πειραιά, καταδικάστηκε σε μόλις 8 χρόνια κάθειρξη. 

Παναγιώτης Ελλής 

Ο κομμουνιστής, αντιστασιακός και Μακρονησιώτης, Παναγιώτης Ελλής, είναι η πρώτη αμιγώς πολιτική δολοφονία της Χούντας. Προγραμμένος από τον μηχανισμό των Συνταγματαρχών, συλλαμβάνεται με την επιβολή της δικτατορίας, την 21 Απριλίου. Μαζί με 700 ακόμα Αριστερούς πολίτες, οδηγούνται στον Ιππόδρομο στο Φαληρικό Δέλτα. 

Αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας τέσσερις μέρες μετά την σύλληψη, ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς,  ο οποίος περιγράφει το περιστατικό στο βιβλίο του «Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Χούντα, Φάκελος Κύπρου». «... Είχαμε πια συνηθίσει τους ήχους, τις κραυγές και τις βρισιές, όταν ξαφνικά φάνηκε δύο βήματα έξω απο την πόρτα του θαλάμου ένας αξιωματικός με ροδαλό πρόσωπο καλοταισμένου μπεμπέ να κυνηγά έναν κρατούμενο, κρατώντας στο χέρι του ένα στρατιωτικό περίστροφο με σιγαστήρα.

-Τροχάδην! του φώναξε.

Ο κρατούμενος Παναγιώτης Ελής, άνθρωπος περασμένα τα 40 χρόνια του, φορούσε στα πόδια του και παντόφλες, πράγμα που τον υποχρέωνε να περπατά σιγότερα απ' ό,τι αν φορούσε παπούτσια.

-Τροχάδην! του φώναξε και τον έσπρωχνε με την κάννη, αλλά ο Ελής εξακολουθούσε να βαδίζει κανονικά.

-Τρέξε, την Παναγία σου! του λέει μια στιγμή κι ο Ελής κάνει γρηγορότερα τα τελευταία βήματα.

-Τροχάδην το λένε αυτό στο χωριό σου; λυσσάει ο δεσμοφύλακας και έξαλλος καταφέρνει με την κάννη δυο απανωτά χτυπήματα στα πλευρά του Ελή.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας περίεργος διπλός κρότος, κατι σαν "φλοπ", "φλοπ", και μονομιάς ο Ελής σωριάστηκε στο κατώφλι της πόρτας. Και πριν καλά-καλά προφτάσουν να αντιληφθούν οι άλλοι κρατούμενοι τι συνέβη, ακούστηκαν τα ουρλιαχτά ενός αξιωματικού, που είχε τρέξει εκεί κίτρινος σαν λεμόνι...

... Πράγματι χαμηλά στα πλευρά βρήκαν την είσοδο δύο απανωτών βλημάτων που είχαν περάσει μέσα απο το θώρακα είχαν κόψει την αορτή στην περιοχή της καρδιάς και είχαν σταματήσει κάτω απο το δέρμα στην αριστερή μασχάλη του θύματος.

Δολοφόνος ο Ανθυπίλαρχος Κότσαρης Κωνσταντίνος... »

Η αναφορά του διοικητού του στρατοπέδου επίλαρχου Νίκου Παπαδομανωλάκη, αναφέρει τα εξής: «Αριθμός 6344. Προς ΣΥΤ. Ο Επίλαρχος Νικόλαος Παπαδομανωλάκης, Β.Σ.Τ. 902 τη 25/4/1967 Θέμα: Θανάσιμος τραυματισμός κρατουμένου. Εν συνεχεία τηλεφωνικής μου αναφοράς, αναφέρεται ότι την 25/4/1967 εξετέλουν τα καθήκοντα επικεφαλής Φρουράς κρατουμένων εις Ιππόδρομον Νέου Φαλήρου. 

Την 17.40' ώραν της ανωτέρω ημερομηνίας ηκούσθησαν πυροβολισμοί τινες εκ του έξωθι του στρατοπέδου χώρου και καθ' ην στιγμήν ο κρατούμενος ιδιώτης Ελλής ή Γιαλίς Παναγιώτης (κάτοικος Αθηνών, Παρασίου 18, Η' Αστυνομικόν Τμήμα) επέστρεφεν εις τον θάλαμον κρατουμένων μετά 5 ή 4 συγκρατουμένων μεθ' ων είχεν εξέλθει δια σωματικήν του ανάγκην.  Ο μόνιμος ανθυπίλαρχος Κότσαρης Κωνσταντίνος, ευρισκόμενος κατά την στιγμήν εκείνην εις μικράν απόστασιν από του θαλάμου των κρατουμένων, διέταξε την ταχυτέραν είσοδον εντός του θαλάμου, ενώ ταυτοχρόνως επυροβόλησε σχεδόν ε ξ επαφής τον κρατούμενον Ελλήν ή Γιαλίν Παν. διότι εσχημάτισε την γνώμην ότι ούτος παρεξέκλινε της ακριβούς κατευθύνσεώς του ίνα εισέλθη εις θάλαμον (ως είχε διατάξει) με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανασίμως. 4)Εις τον τραυματισθέντα κρατούμενον παρεσχέθησαν αι πρώται βοήθειαι υπό συγκρατουμένων ιατρών (τεχνηταί άναπνοαί — μαλάξεις καρδίας), πλην ούτος μετά 3' απεβίωσεν. 

Ο νεκρός παρεδόθη εις τον ιατρόν του 401 Γ.Σ.Ν.Ε. (Στρατιωτικού Νοσοκομείου) Κειμηνάκην Δημήτριον, όστις προσήλθε τη αιτήσει μου εις Ιππόδρομον Φαλήρου άμα τω τραυματισμώ του κρατουμένου διά την ενέργειαν των δεόντων. Παράκλησις διατάξητε ό,τι δει επί των ανωτέρω». Ο έφεδρος ανθυπίλαρχος της εποχής Γρηγόρης Πανταζής, ανέφερε έναν μήνα αργότερα παρουσία και άλλων αξιωματικών, πως ο Κότσαρης καυχιόταν για τον φόνο, λέγοντας «τώρα θα γίνω στρατηγός, γιατί έμαθα να πυροβολώ σε ζωντανό στόχο και όχι σε ανδρείκελα, όπως έκανα μέχρι τώρα». Το τέλος της δικτατορίας, βρήκε τον δολοφόνο Κότσαρη, διοικητή ίλης της 30ης επιλαρχίας μέσων αρμάτων, έχοντας μάλιστα πάρει μέρος και στην καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Στη δίκη του Ιουνίου του 1975, καταδικάστηκε σε 8 χρόνια φυλάκιση. Το Αναθεωρητικό Στρατοδικείο πέντε μήνες αργότερα, μείωση την ποινή του κατά 2 χρόνια.