Ήταν ένα ταξίδι στο πλαίσιο μιας έρευνας για τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA και αφορούσε στις τεκτονικές αλλαγές που έφερε στην πολιτική, στην κοινωνία αλλά και στον πολιτισμό το έτος 1969, με τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι, το αντιπολεμικό κίνημα στο απόγειό του, το κίνημα υπέρ των δικαιωμάτων των γκέι στα πρώτα του βήματα και τον Νίξον στην αρχή της Προεδρικής του θητείας.

Πενήντα χρόνια μετά, το Γούντστοκ ζει ακόμη, το μύθο του φεστιβάλ. Σε κάθε κατάστημα πωλούνται μπλουζάκια κι αναμνηστικά από το βροχερό τριήμερο του Αυγούστου 1969. Η πιο διάσημη μικρή πόλη του κόσμου όμως, οφείλει την αναγνωρισιμότητά της σε ένα γεγονός που δεν έγινε ποτέ εκεί – αλλά σε μια φάρμα μιάμισι ώρα μακριά. Ταξιδέψαμε λοιπόν βόρεια, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης και φτάσαμε στο Μπέθελ Γούντς, ένα καταπράσινο λιβάδι μέσα σε μια απέραντη φάρμα.

Δεν το περιμέναμε, αλλά εκεί συναντήσαμε τον τελευταίο χίπη εκείνου του θρυλικού καλοκαιριού που ζει ακόμη εκεί… 

Ονομάζεται Ντιουκ Ντέλβιν, έχει μακριά κατάλευκη γενειάδα, φοράει φαρδύ τζιν και έχει στα χέρια του και στο σώμα του τατουάζ που παραπέμπουν στο θρυλικό φεστιβάλ. Για κάποιους σαν τον Ντιούκ Ντέλβιν, το Γούντστοκ δεν είναι παρελθόν – δεν τελείωσε ποτέ. Στην περίπτωσή του κάτι τέτοιο μάλλον ισχύει, αφού η καθημερινή του δουλειά είναι να ξεναγεί τους επισκέπτες στο μουσείο του Μπέθελ Γούντς.

«Πατάτε επάνω στο γρασίδι που έγινε το μεγαλύτερο πάρτυ του περασμένου αιώνα», μας ενημερώνει με το που τον συναντάμε.

«Έχεις μείνει από τότε εδώ;» τον ρωτάω όλο περιέργεια. «Ναι», μου απαντά. «Γιατί, έχει τελειώσει»;

Το μουσείο στο Μπέθελ Γουντς είναι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Με τη συνοδεία μουσικής της εποχής και με γιγαντιαίες οθόνες βίντεο που προβάλουν σκηνές του φεστιβάλ, οι επισκέπτες ζουν το μεγαλύτερο μουσικό χάπενινγκ του προηγούμενου αιώνα.

Σημειώσεις, αποκόμματα παλιών εφημερίδων και φωτογραφίες, αφηγούνται την ιστορία του φεστιβάλ, και ταξιδεύουν τον επισκέπτη  στα πολυτάραχα γεγονότα της δεκαετίας του 60 μέχρι το τέλος της, από τις πορείες διαμαρτυρίας μέχρι τις δολοφονίες πολιτικών, τον Μπομπ Ντίλαν, τους Μπιτλς και τον Τζίμι Χέντριξ.

Ένα ταξίδι στην ιστορία, με ξεναγό, ένα πρωταγωνιστή της.

«Ήρθα εδώ με ένα φίλο μου», εξιστορεί ο Ντέλβιν. «Κάναμε οτοστόπ, για να φτάσουμε από τη δυτική ακτή. Όταν τελικά φτάσαμε, χωριστήκαμε και… χαθήκαμε. Δεν τον έχω ξαναδεί από τότε. Ε, είχε κι αρκετό κόσμο. Έμεινα όλες τις μέρες στο φεστιβάλ, συμμετείχα σε όλα. «Σεξ, ναρκωτικά και ροκ εντ ρόλ»! Έγινα μέλος της κοινόβιου. Τελικά ξέμεινα».    

Το Γούντστοκ είναι η πόλη - σύμβολο των τεχνών, ήταν για πολλά χρόνια η μέκκα της μουσικής. Από τις αρχές της δεκαετίας του 60, σπουδαίες μορφές της τέχνης, όπως ο Μπόμπ Ντίλαν, ο Βαν Μόρισον και οι θρυλικοί The Band μετακόμισαν εκεί, στη μικρή επαρχιακή πόλη στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Στα τέλη της δεκαετίας του 60, ένας νεαρός από το Μπρούκλιν ο Μάικλ Λάνγκ, που του αρέσει να καπνίζει μαριχουάνα και να ακούει τζαζ εγκαθίσταται στο Γούντστοκ. Μαζί με το φίλο του, Αρτι Κόρνφελντ, φιλοδοξούν να ανοίξουν ένα στούντιο ηχογράφησης στην πόλη. Για να το χρηματοδοτήσουν, η αρχική ιδέα τους είναι να διοργανώσουν ένα μουσικό φεστιβάλ.

Πριν την επίσκεψή μου στο Μπέθελ Γουντς, συνάντησα τον Μάϊκλ Λάνγκ. Παραμένει ίσως το πιο διάσημο πρόσωπο στην πόλη. Τον χαιρετούν όλοι και του μιλάνε φιλικά. Του οφείλουν ίσως το μεγαλύτερο κομμάτι της αναγνωρισιμότητας.

«Η αρχική ιδέα περιλάμβανε μια σειρά από μικρά φεστιβάλ. Ώσπου ξαφνικά σκεφτήκαμε κάτι διαφορετικό: Γιατί να μην φέρουμε όλα τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής σκηνής σε ένα μεγάλο μουσικό γεγονός; Και να το κάνουμε εδώ στην εξοχή, μακριά από την πόλη ώστε να μαζέψουμε αρκετό κόσμο. Ένας Θεός ξέρει τι ακριβώς σκεφτόμασταν εκείνη την εποχή», μου λέει γελώντας.

Στις 15 Αυγούστου του 1969 ο Ρίτσι Χέβενς, ανεβαίνει στη σκηνή και καλωσορίζει ένα πλήθος μερικών εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που έχουν κατακλύσει το Μπέθελ Γούντς, το παραμυθένιο λιβάδι ενός αγρότη, του Μάξ Γιάσγκουρ.

Από κάτω, ένα εκστασιασμένο πλήθος ανθρώπων χορεύει, πίνει, διασκεδάζει και καλωσορίζει τους νέους επισκέπτες.

Λίγο πιο έξω, οι δρόμοι έχουν αποκλειστεί από τα χιλιάδες αυτοκίνητα – οι οδηγοί τους τα παρατάνε στο δρόμο και περπατάνε προς το χώρο της συναυλίας. O Χέβενς ξεκινάει τραγουδώντας μπλουζ και τραγούδια των Beatles στο ρυθμό του Freedom…

Ο τίτλος του τραγουδιού, σε απόλυτη αρμονία με το μότο του φεστιβάλ – αδελφοσύνη, αγάπη, ειρήνη…

Όταν ο Μάικλ Λάνγκ συνέλαβε την ιδέα διοργάνωσης του φεστιβάλ, το όνομά του ήταν άγνωστο στους κύκλους της μουσικής βιομηχανίας. Το σχέδιό του ήταν αρκετά φιλόδοξο. Να φέρει τα καλύτερα συγκροτήματα της ροκ μουσικής κάτω από την ίδια σκηνή.

«Πώς πείσατε τα συγκροτήματα να έρθουν;» τον ρωτάω. «Ήταν εύκολο. Έδωσα αρκετά χρήματα για να πείσω τα πρώτα ονόματα. Έπεισα τους Jefferson Airplane, τους Credence Clearwater Revival και τους Canned Heat. Αυτά ήταν τα πρώτα τρία συγκροτήματα. Νομίζω τους έδωσα 30% περισσότερο από αυτά που έπαιρναν εκείνη την περίοδο ως αμοιβή. Γιατί κανείς δεν με γνώριζε στην μουσική βιομηχανία εκείνη την εποχή. Ε, ο ένας έφερε τον άλλον. Διότι μετά, όλοι ένιωσαν πως κάτι μεγάλο πρόκειται να συμβεί εδώ. Ότι θα γινόταν κάτι σημαντικό. Και κανείς δεν ήθελε να το χάσει…»

Κι αφού έκλεισε τα μεγαλύτερα ονόματα της ροκ μουσικής, προπώλησε 50,000 εισιτήρια κι έλυσε οργανωτικά προβλήματα, όπως την επιλογή του χώρου για το φεστιβάλ, ο Μάϊκλ Λάνγκ κι οι υπόλοιποι διοργανωτές είχαν να αντιμετωπίσουν ένα ακόμη τεράστιο πρόβλημα: ακόμα και οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις σχετικά με τον αριθμό των ανθρώπων που θα παρακολουθούσαν το φεστιβάλ έπεσαν έξω. Μισό εκατομμύριο άνθρωποι κατευθύνονταν στο χώρο της συναυλίας.

Τα τηλεοπτικά κανάλια και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί μετέδιδαν εικόνες χάους – λίγοι όμως ήταν αυτοί που πτοήθηκαν.

«Από την Τετάρτη το απόγευμα, είχαμε ήδη 40.000 κόσμο που είχε μαζευτεί, την Πέμπτη ήταν ήδη 80 με 90 χιλιάδες και δεν είχαμε προλάβει να τοποθετήσουμε σημεία πώλησης εισιτηρίων. Μέχρι την Παρασκευή ήταν σχεδόν ξεκάθαρο ότι επρόκειτο για ένα … δωρεάν φεστιβάλ», μου απάντησε σκωπτικά ο Λάνγκ.

Οι δρόμοι έκλεισαν, και ελικόπτερα, έπρεπε να μεταφέρουν τα συγκροτήματα από τα ξενοδοχεία στο χώρο της συναυλίας. Κάποιος το περιέγραψε σαν σκηνή από το «Αποκάλυψη Τώρα».

Το φεστιβάλ ξεκίνησε, και παρά τις Κασσάνδρες που προέβλεπαν ένταση, βία και καταστροφές, μισό εκατομμύριο άνθρωποι έζησαν ένα τριήμερο κάτω από καταρρακτώδη βροχή, και αντίξοες συνθήκες, τραγουδώντας, καπνίζοντας, και κάνοντας σεξ.

Για τον Λάνγκ, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η καλύτερη στιγμή εκείνου του τριημέρου, ήταν η ώρα που ξεκίνησε η μουσική: «Τα ηχεία έπαιζαν, ο ήχος ήταν καλός, άρα όλα ήταν εντάξει. Ήμουν πια ήσυχος».

«Διψούσαμε για αλλαγή. Παλεύαμε για τα κοινωνικά δικαιώματα, για τα δικαιώματα των γκέι, των γυναικών, των μαύρων, όλων. Νοιαζόμασταν για τον πλανήτη, για τη βιώσιμη ανάπτυξη, πράγματα που δεν ήταν καθόλου αυτονόητα τότε και στην πραγματικότητα γεννήθηκαν εκείνη την περίοδο», έλεγε ο Μάικλ Λάνγκ.

Όταν ο Τζίμι Χέντριξ βγήκε στη σκηνή την τελευταία μέρα του φεστιβάλ, κάποιοι είχαν ήδη αρχίσει να φεύγουν. «Είμαστε κι εμείς εδώ, κι έχουμε λόγο», είπε ο Χέντριξ – ποτέ άλλοτε μια τόσο σημαντική δήλωση δεν εκφράστηκε με δήλωση παρά με νότες. 

«Μπορώ να σου περιγράψω την τελευταία εικόνα που έμεινε από εκείνες τις ημέρες. Ήταν το τελευταίο απόγευμα, όταν δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από μια τράπεζα στη Νέα Υόρκη που ενημέρωναν για την μεγάλη οικονομική καταστροφή που είχε προκληθεί από το φεστιβάλ. Ήταν ένα ξύπνημα, μετά το τριήμερο άγριο γλέντι. Την ώρα που απογειωνόταν το ελικόπτερο που θα με μετέφερε πίσω στη Νέα Υόρκη, έβλεπα από το παράθυρο τα παιδιά που είχαν μείνει πίσω, να μαζεύουν σκουπίδια, φαγητά και υπνόσακους και να σχηματίζουν ένα πελώριο σήμα της ειρήνης. Για μένα ήταν η τελευταία μου εικόνα, που την κράτησα μαζί μου μέχρι το δύσκολο μίτινγκ στη Γουόλ Στριτ», λέει ο Λάνγκ.

Τριάντα δυο από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα της ροκ σκηνής της εποχής, εμφανίστηκαν στη σκηνή του φεστιβάλ – κάποιοι ανερχόμενοι όπως ο Κάρλος Σαντάνα ή οι Τζέφερσον Έρπλειν και ο Τζόου Κόκερ και πολλοί φτασμένοι όπως ο Τζίμι Χέντριξ ή η Τζόαν Μπαέζ.

Το Γούντστοκ όμως έμεινε στην ιστορία για όλα αυτά που εξέφρασε, και το μήνυμα που εξέπεμψε τη χρονική εκείνη στιγμή.

Μισό εκατομμύριο νέοι άνθρωποι εξέφρασαν τη μαζικότερη διαμαρτυρία στον πόλεμο του Βιετνάμ, διατύπωσαν την ανάγκη να ορίσουν τη δική τους κουλτούρα μέσα από τη μουσική, και έγιναν μέσα σε ένα τριήμερο, το σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς.

Της γενιάς του Γούντστοκ.