«Κοιμόμαστε πάνω στον χρυσό της χώρας. Το φαντάζεσθε;» λέει στο Reader.gr ο Άκης, 45 ετών, που βρίσκεται στον δρόμο τα τελευταία τέσσερα χρόνια. «Το φαγητό στα συσσίτια δεν κάνει ούτε για τα ζώα», προσθέτουν οι άστεγοι της Σταδίου.

Με την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τους, ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο: «Δεν ζητάμε πολλά, μια δουλειά θέλουμε, για να ζούμε σαν άνθρωποι».

Η βοήθεια του κόσμου μεγάλη. Κάθε βράδυ, πολίτες προμηθεύουν τους άστεγους με φαγητό και ρουχισμό.

«Εμείς εδώ είμαστε Έλληνες» συνεχίζει ο Άκης. «Ούτε τοξικομανείς, ούτε περιθωριακοί. Εγώ πάω για καφέ, ψάχνω για δουλειά και δύο φορές την εβδομάδα πηγαίνω σε σπίτια φίλων για το μπάνιο μου και για να πλύνω τα ρούχα μου. Είναι τόσο οξύμωρο, καθόμαστε πάνω σε δισεκατομμύρια και εμείς μετράμε τα κέρματα», αναφέρει.

Δίπλα του, ο Θανάσης ο οποίος είναι ένα χρόνο άστεγος. Κοιμάται με άλλους στην είσοδο του «Εσπέρια» που έκλεισε μέσα στην κρίση. «Ο καθένας έχει τη δικαιολογία του. Κι εγώ, αλλά ποιο είναι το νόημα;» αναρωτιέται. «Ήρθα το ’66 στην Αθήνα, πίστευα πως θα τα καταφέρω κι όμως». Αν έναν χρόνο πριν, του έλεγες ότι τώρα θα είναι άστεγος, ο ίδιος θα γελούσε. «Δεν το φανταζόμουν ποτέ ότι θα μου συμβεί αυτό. Το κράτος φυσικά και δεν υπάρχει καθόλου, οι δομές είναι άθλιες και το συσσίτιο δεν είναι ούτε για τα σκυλιά», προσθέτει.

Όσο περνάει ο καιρός, τα πράγματα δυσκολεύουν για τους ανθρώπους που ζουν στο δρόμο. Τα βραδιά, το κρύο αρχίζει και γίνεται αφόρητο.

Η Νικολέτα «από τα βόρεια προάστια», ζει πέντε χρόνια στον δρόμο. Τα περισσότερα σε Χαλάνδρι, Μαρούσι, Κηφισιά κι από το περασμένο καλοκαίρι στη Σταδίου. «Με τα χαρτιά δεν τα πάω καλά. Κάπου χάθηκαν – κάηκαν. Δεν μ΄ ενδιαφέρει κιόλας να πάρω το επίδομα», αναφέρει. Παραιτημένη και ταυτόχρονα έτοιμη πίσω από τη μικρή ξύλινη παλέτα, το γραφειάκι το στρωμένο με τραπεζομάντηλο και δύο χάρτινες καρδιές.

Στην αριστερή πλευρά της Εδουάρδου Λω, μεταξύ Σταδίου και Πανεπιστημίου, έχει βρει «προσωρινό καταφύγιο» ο Αλέξανδρος, πρώην μοντέρ και τεχνικός σε ιδιωτικά κανάλια.

«Τρεις μήνες εδώ και ψάχνομαι. Αν δεν… θα μπω στο λεωφορείο και θα γυρίσω στην Καλαμάτα, στο χωριό μου». Κι αυτός στο γραφειάκι του. Το παράπονο του: «Έρχεται ο δήμος και μας προτρέπει να πάμε στις δομές φιλοξενίας. Αρνούμαστε και την επόμενη μέρα ξεφορτώνουν στο πεζοδρόμιο μας μπάζα για να μας αναγκάσουν να φύγουμε».