Το υπουργείο Εργασίας είναι διαχρονικά μια ηλεκτρική καρέκλα. Λίγοι υπουργοί ήθελαν να αναλάβουν τα ηνία του υπουργείου. Τις μέρες πριν την εκλογική νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη, όμως, κανείς δεν φάνταζε πιο κατάλληλος από τον Γιάννη Βρούτση. Πρώην υπουργός επί σειρά ετών την περίοδο Σαμαρά-Βενιζέλου με ολίγη και από Κουβέλη. Τομεάρχης Εργασίας της ΝΔ επί σειρά ετών στη συνέχεια. Μπορεί κανείς να έχει όποια άποψη θέλει για τον κ. Βρούτση, αλλά, αν μη τι άλλο, κανείς δεν μπορούσε να του χρεώσει ότι δεν ξέρει τα θέματα. 

Στην εποχή του κορονοϊού, ο κ. Βρούτσης είναι πάλι ένας από τους υπουργούς που είναι στο προσκήνιο. Όλο το προηγούμενο διάστημα είχε εργαστεί εντατικά. Στην αγορά, ως επί το πλέιστον, του αναγνωρίζουν ότι οι αλλαγές που νομοθέτησε για τον «νόμο Κατρούγκαλου» ήταν ανάσα. Πράγματι, το ασφαλιστικό για τη μεγάλη μερίδα της παραγωγικής οικονομίας δεν ήταν πλέον ένα δεύτερο ασφαλιστικό. Και αυτό συνέφερε. Την ώρα της κρίσης, όμως, ο κ. Βρούτσης ήταν ανάμεσα στους υπουργούς που θα καλούνταν να σηκώσουν μεγάλο βάρος, από τη στιγμή που μια μετά τις άλλες επιχειρήσεις έβαζαν είτε υποχρεωτικά είτε λόγω αδυναμίας λουκέτο. 

Το περίφημο «800άρι» ξεκίνησε να χορηγείται. Κάποια στιγμή, όμως, προέκυψε και το εύλογο αίτημα ενίσχυσης των επιστημόνων της χώρας. Τα πράγματα ήταν εξαιρετικά δύσκολα για δικηγόρους, μηχανικούς, αρχιτέκτονες, λογιστές κ.ο.κ. Κάπως θα έπρεπε να στηριχθούν και αυτοί. Η κυβέρνηση έψαχνε λύση. Κάποια στιγμή, βρέθηκε ένα κονδύλι του ΕΣΠΑ που θα μπορούσε να κατευθυνθεί για τη στήριξη των κλάδων αυτών. Όπως κάθε κονδύλι του ΕΣΠΑ, όμως, υπήρχαν προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται, έστω και για τους τύπους. Και κάπου εκεί, άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. 

Από την πρώτη στιγμή, η κυβέρνηση έτρεχε πίσω από τις εξελίξεις. Αρχικά, ήταν το ποσό. 600 ευρώ, ενώ άλλοι εργαζόμενοι έπαιρναν 800. Μετά ήταν η τηλεκατάρτιση. Το επιχείρημα των επιστημόνων ήταν ότι επρόκειτο για υποτίμηση ανθρώπων καταρτισμένων, με πτυχία και μεταπτυχιακά. Κάπου, όμως, η πρώτη κριτική κόπασε. Με την προοπτική η πλατφόρμα να ανοίξει, πολλοί κατάπιαν τις ενστάσεις τους και αποφάσισαν να κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία και να πάρουν τα 600 ευρώ, έστω και σε δύο δόσεις. Γράφτηκαν στην πλατφόρμα και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις πλατφόρμες τηλεκατάρτισης των ΚΕΚ. Η εικόνα ήταν άθλια. Κακές αντιγραφές με google translate, το περίφημο «Σκόιλ Ελικίκου» και άλλα μαργαριτάρια, τα οποία πλήθαιναν. Τα ΚΕΚ, μια αμαρτωλή ιστορία από το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, θα έπαιρναν αρκετά χρήματα από κοινοτικούς πόρους για να παράσχουν πλατφόρμες τύπου «Σκόιλ Ελικίκου». Η ιστορία, πλέον, έμπαζε από παντού, αλλά, σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τις επιλογές της κυβέρνησης, ο κ. Βρούτσης πήγε παρακάτω. Μιλώντας το Σαββατοκύριακο στον ΣΚΑΪ υπογράμμισε ότι σε 10.000 σελίδες, υπήρχαν «4 ορθογραφικά λάθη σε 2 σελίδες». Σιγά το πρόβλημα, θα έλεγε κανείς. Προσέθεσε, δε, ότι η κριτική που ασκούσε ο Αλέξης Τσίπρας είναι «αστεία» και «προσβάλλει και θεσμικά τον ρόλο του τέως πρωθυπουργού». 

Βεβαίως, αν πράγματι υπάρχει κάτι αστείο ως προς τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ανακάλυψη για την ποιότητα υπηρεσιών των ΚΕΚ. Των ίδιων ΚΕΚ που προεκλογικά θυμήθηκε η τότε κυβέρνηση και έσπευσε να χρησιμοποιήσει με προγράμματα κατάρτισης συγκεκριμένων εκλογικών target groups. Αλλά, αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Το μείζον πρόβλημα είναι ότι ο υπουργός την Κυριακή έβλεπε «4 ορθογραφικά λάθη» και την Τετάρτη στη Βουλή αναγκάστηκε να υπερασπιστεί το «ξήλωμα» των voucher, μετά την απόφαση του πρωθυπουργού. Το έκανε μιλώντας για «πολιτική γενναιότητα και εντιμότητα», αν και προ τριών ημερών το θέμα δεν υπήρχε καν. Σημειωτέον, οι πλατφόρμες των ΚΕΚ ήταν οι ίδιες, δεν άλλαξαν μέσα σε δυο βράδια. Ο κ. Βρούτσης, δε, έγινε στόχος ομαδικών πυρών από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Υπό ένα πρίσμα, έδωσε, έστω και για λίγο, ένα πρόσχημα στον ΣΥΡΙΖΑ για να υπάρξει αντιπολιτευτικά, εν μέσω της πολιτικής…μονοκρατορίας του Κυριάκου Μητσοτάκη τις μέρες της κρίσης. 

Και, στο τέλος της ημέρας, η ιστορία της τηλε-κατάρτισης ήταν ένα σημαντικό φάλτσο. Δεν θα κρίνει εκλογές, αλλά δεν θα ξεχαστεί και εύκολα.