Η τύχη μπορεί να σε βρει παντού.

Δεν ξέρεις τι θα πετύχεις στην επόμενη γωνία που θα στρίψεις ή τι θα σου χτυπήσει την πόρτα ενώ είσαι ξαπλωμένος στον καναπέ και βλέπεις τηλεόραση.

Και μπορεί να μη μας συμβαίνει κάθε μέρα, αλλά όλοι έχουμε από μια ιστορία που δεν ξεχνάμε γιατί είδαμε την τύχη – προσοχή, ακολουθεί κλισέ ατάκα – να μας χαμογελά διάπλατα.

Από την ημέρα που δίναμε μάθημα στη σχολή και χάσαμε το λεωφορείο, αλλά ερχόταν ένα που έκανε το ίδιο δρομολόγιο ακριβώς από πίσω μέχρι την έξοδο εκείνο το Σάββατο βράδυ που βρήκαμε να παρκάρουμε στην πόρτα του μαγαζιού σε περιοχή που οι πιθανότητες ήταν τουλάχιστον εναντίον μας, υπάρχουν περιστατικά που μας θυμίζουν καθημερινά ότι ένας καλός οιωνός μπορεί να βρεθεί μπροστά μας ανά πάσα στιγμή. 

Αυτή η απρόσμενη χαρά που δίνει την καλύτερη απάντηση στην αγωνία μας συγκρίνεται με πολύ λίγα πράγματα. Αυτή η αίσθηση της ανακούφισης τη στιγμή που βλέπουμε τη λύση να πέφτει μπροστά στα πόδια μας εξ ουρανού.

Εμείς αποφασίσαμε να κάνουμε ένα άρθρο-ωδή σε αυτό το συναίσθημα και να θυμηθούμε τις μικρές εκείνες στιγμές που μας πλημμύρισε. Μέχρι τις επόμενες!

Ο Βαγγέλης βρήκε την τύχη του στο περίπτερο

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

10:15 π.μ.

Κατεβαίνω από το σπίτι κάπως αργοπορημένος για δουλειά επειδή για έναν περίεργο λόγο, για 345η συνεχόμενη ημέρα δεν άκουσα το ξυπνητήρι. Εμφανώς αγχωμένος για την (πιστευτή) δικαιολογία που θα έπρεπε να σκεφτώ μέχρι να φτάσω στο γραφείο, σταματώ στο περίπτερο κάτω από το σπίτι μου για να προμηθευτώ το πρωινό των πρωταθλητών: χυμό και κρουασάν. Στο αριστερό μου χέρι η τσάντα με το φαγητό, στο δεξί μου η τσάντα με το λάπτοπ και όμως παρόλα αυτά, κατάφερα να βγάλω το πορτοφόλι από την μπροστινή τσέπη του τζιν και αφού μετέφερα την τσάντα με το μεσημεριανό μου από το αριστερό χέρι στα δόντια, και την τσάντα με το λάπτοπ από το δεξί μου χέρι στο πεζοδρόμιο, κατάφερα να πληρώσω για το Breakfast at Pagrati's.

11:05 π.μ.

Φτάνω στο γραφείο και με τη δικαιολογία «τρακάρισμα στην Κηφισίας, δεν πάει το μυαλό σας πόσο τρομακτικό ήταν, ίσως αυτή η εικόνα με συνοδεύει μέχρι να παντρευτώ», έκανα ό,τι κάνει κάθε εργαζόμενος που φτάνει στη δουλειά με 1 ώρα καθυστέρηση: παρήγγειλα καφέ. Και σαν άλλος κληρονόμος - πλοιοκτήτης δεν σκέφτηκα καν να δω αν έχω μαζί μου το πορτοφόλι μου. Το κατάλαβα όταν αναγκάστηκα να πληρώσω τον ντελιβερά με δανεικά. «Πού είναι το πορτοφόλι μου; Αφού πήρα τα πράγματα στο περίπτερο το πρωί». Εκεί κάπου συνειδητοποίησα ότι ήταν ακόμα στο περίπτερο! Η υπόλοιπη μέρα κύλησε με refresh κάθε 1 λεπτό στο app της τράπεζας στο κινητό μου μην τυχόν και κάποιος βρει το πορτοφόλι και με την πιστωτική μου σηκώσει τον χρυσό του Φορτ Νοξ!

20:05 π.μ.

Φτάνω ιδρωμένος στο περίπτερο προσευχόμενος να ακούσω τη γλυκιά φωνούλα του περιπτερά που με τη χροιά του Βασίλη Καρρά μετά από 6 ώρες live να μου πει: «Ρεεεε, το πορτοφόλι σου έχεις ξεχάσει». Μα δεν μου είπε τίποτα. Δεν ήξερε τίποτα για το πορτοφόλι μου! Και τότε πέρασε όλη μου η ζωή μπροστά από τα μάτια μου! Και ευτυχώς που πέρασε, γιατί θυμήθηκα ότι το πρωί πάλεψα με τις τσάντες μου για να πληρώσω το πρωινό μου. Και ήταν εκεί! Το πανέμορφο πορτοφόλι μου. Ακουμπισμένο πάνω στα κρουασάν να με περιμένει περήφανο!

Το πήρα, το φίλησα και ευχαρίστησα τον Θεό που κανείς άλλος δεν είχε φάει κρουασάν τη Δευτέρα.

Ο Κώστας βρέθηκε στο κατάλληλο μέρος, την κατάλληλη στιγμή

Summer 2016, Κρήτη.

Οι διακοπές κυλούν εξαιρετικά, μόνο που υπάρχει ένα μελανό σημείο. Η καλοκαιρινή χαλαρότητα οδηγεί στην υπερβολική καθυστέρηση κι εν τέλει στο να τελειώσουν τα εισιτήρια για τη συναυλία που διεξάγεται μόλις 30’ από το μέρος που έχω επιλέξει να περάσω τις καλοκαιρινές διακοπές μου.

Μέχρι τη στιγμή που καταφέρνω να βρεθώ στο κατάλληλο μέρος, την κατάλληλη στιγμή. 

Μπαίνω να πάρω μπίρες για την παραλία, μουρμουρίζοντας για τη συναυλία που «Δεν είναι δυνατόν να χάσω εγώ τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, που έρχεται στο Ηράκλειο. Έχω πάει σε άλλες κι άλλες εγώ… Μα, ποιος, εγώ να μείνω εκτός και πάνε όλοι οι άσχετοι»... 

Ο καλός υπάλληλος με ακούει, με εξυπηρετεί και μου ΧΑΡΙΖΕΙ ένα εισιτήριο, γιατί «Έγινε λάθος στην παρέα μου και πήραμε ένα παραπάνω…».

Τον παρακαλάω για να τον πληρώσω, αλλά η κρητική φιλοξενία του δεν του το επιτρέπει.

Αντ’ αυτού με κερνάει ΚΑΙ μια ρακή για τον δρόμο...

Η Έρρικα πέτυχε άσο στο βενζινάδικο

Τα βενζινάδικα, ακόμη και αυτά της Λίνας Νικολακοπούλου που γεμίζουν τις κάνουλές τους στα σύννεφα, μου ήταν πάντοτε αδιάφορα. Ενίοτε και δυσάρεστα, αφού τα ρουθούνια μου δεν αρέσκονται και πολύ στη μυρωδιά της βενζίνης.

Στο μυαλό μου, μέχρι και πριν από λίγους μήνες, τα βενζινάδικα ήταν αποθηκευμένα ως ένα αναγκαίο κακό που πρέπει να τελειώσει όσο πιο γρήγορα και ανώδυνα γίνεται κάθε φορά που το επισκέπτομαι. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην ένα βράδυ. Ένα βράδυ με αφόρητη ζέστη και μία άδεια Εθνική Οδό Αθηνών Κορίνθου. Τόσο άδεια, που ο Ντέιβιντ Λιντς θα ευχαριστιόταν να γυρίσει το σίκουελ του Malholand Drive.

Ήταν γύρω στις 23.30 το βράδυ όταν το αυτοκίνητό μου άρχισε να κάνει κάποιους περίεργους θορύβους. Το καπό, με στιλ «αφήστε με να μιλήσω, να τα πω», είχε επιδοθεί στα πάνω κάτω, ενώ λίγα μέτρα παρακάτω ξεκίνησε να βγάζει καπνούς. Μάλλον όχι από τα νεύρα του.

Σταμάτησα στη δεξιά λωρίδα, κατέβηκα από το αυτοκίνητο και κοίταξα γύρω μου. Ψυχή ζώσα. Και το καλύτερο; Το κινητό χωρίς μπαταρία. Για μία στιγμή, ευχήθηκα να βγει ο Φερεντίνος από τα σκουριασμένα από το καυσαέριο κάγκελα και να μου πει ‘έλα, φάρσα είναι, μην κλάψεις’. Την αμέσως επόμενη (στιγμή) το μάτι μου έπεσε πάνω σε κάτι φώτα. Ήταν το βυτιοφόρο ενός βενζινάδικου, το οποίο όπως θα μάθαινα μερικά λεπτά αργότερα, βρισκόταν ανοιχτό -και καθόλου αδιάφορο- στα εκατό μέτρα από το σημείο του προσωπικού δράματός μου.

Μπήκα στο αυτοκίνητο και έβαλα μπρος. Ευτυχώς πήρε με τη μία. Λίγο νωρίτερα, ο οδηγός με είχε καθησυχάσει ότι δεν θα αντιμετωπίσω κάποιο πρόβλημα σε μία τόσο κοντινή απόσταση. Μετά από πέντε λεπτά που μου φάνηκαν αιώνας, ήμουν σταματημένη στον φιλόξενο χώρο ενός βενζινάδικου που εκείνη την ώρα μου φαινόταν σαν λούνα παρκ. Χωρίς υπερβολή για τις επόμενες δύο ώρες που χρειάστηκε να μείνω εκεί μέχρι να έρθει η οδική βοήθεια στο μέρος, η χαρά που ένιωθα είναι απερίγραπτη. Ήταν σαν να έχω αμάσητο ένα ολόκληρο κομμάτι τύχης στο στομάχι μου. Ακόμη και όταν γύρισα σπίτι αλλά και κάθε φορά που περιγράφω αυτήν την ιστορία (καλή ώρα) σε φίλους και γνωστούς, αισθάνομαι ένα φτερούγισμα ευτυχίας και ξαλαφρώματος. Σκέφτομαι τι θα μπορούσε να έχει γίνει. Να είμαι σε έναν άδειο δρόμο περιμένοντας επ' αόριστον κάποιον που να μην έχει (ή να θέλει να αποκτήσει) βεβαρημένο ποινικό μητρώο με ένα φορτισμένο κινητό ώστε να καλέσει βοήθεια.

Ανατριχιάζω και μόνο που το ξανασκέφτομαι. Περιττό να αναφέρω ότι έκτοτε λατρεύω όλα τα βενζινάδικα του κόσμου. Ακόμα και τη μυρωδιά της βενζίνης έχω συμπαθήσει. Άσε που, με την πεποίθηση πλέον ότι η τύχη βρίσκεται παντού, έχω μπει στη διαδικασία αρκετές φορές να υπολογίσω πόση τύχη μπορεί να χωρέσει ένα ντεπόζιτο.

Ο Γιάννης έκανε την τύχη του στο μίνι μάρκετ

Ήταν Σάββατο βράδυ. Ήμουν έτοιμος για άλλο ένα μεγάλο ξενύχτι... μπροστά στην τηλεόραση. Τέτοιες ώρες με πιάνει μια λαιμαργία. Όχι μόνο για «γουρουνιές», αλλά και για ντοκιμαντέρ. Μπορώ να κάτσω 3 ώρες και να δω 2-3 ντοκιμαντέρ στη σειρά για μεσαιωνικές ιστορίες μαγείας, θεωρίες συνωμοσίας, αναπαραγωγή πιγκουίνων και οτιδήποτε άλλο μου σκάσει στο μυαλό.

Φυσικά, κάτι τέτοιο γίνεται πάντα με τη γευστική συνοδεία σκευασμάτων φουλ στις θερμίδες όπως πατατάκια, γαριδάκια, ποπ-κορν, αναψυκτικά, μπίρα, σοκολάτες. Για κακή μου τύχη, εκείνο το βράδυ δεν είχα τίποτε από όλα αυτά! Με έλουσε κρύος ιδρώτας γιατί η ώρα ήταν ήδη 23:00 και τα περισσότερα μίνι-μάρκετ είχαν ήδη κλείσει. Ευτυχώς, ο κυρ-Παντελής, 5 στενά πιο κάτω, μένει ανοιχτός τουλάχιστον μέχρι τη 1 τα χαράματα και χαζεύει αστρολογικές προβλέψεις στην τηλεόραση. Ντύνομαι, παίρνω το πορτοφόλι και φεύγω φορτσάτος για τον κυρ-Παντελή.

Στο δρόμο έχω ήδη καταστρώσει το σχέδιο για το πως θα κινηθώ μέσα στο μίνι-μάρκετ. Αριστερά στον πρώτο διάδρομο με τα πατατάκια, στροφή δεξιά για τον πάγκο με τις σοκολάτες, συνεχίζω προς τα αριστερά για το ψυγείο με τα αναψυκτικά και τερματίζω στο ταμείο μπροστά στον έκπληκτο από τη γοργή κίνησή μου κυρ-Παντελή. Βάζω το χέρι στην τσέπη, πουθενά το πορτοφόλι. Βάζω το χέρι στην άλλη τσέπη, πουθενά το πορτοφόλι. Γυρνάω ανάποδα το μπουφάν, πουθενά το πορτοφόλι. Κρύος ιδρώτας με λούζει. Αφού το πήρα μαζί μου, το θυμάμαι καλά, πού μπορεί να έπεσε; Και εκείνη τη στιγμή είδα το φως το αληθινό. Η πόρτα του μίνι-μάρκετ ανοίγει και ένας νεαρός μπαίνει μέσα κρατώντας το πορτοφόλι μου και ρωτώντας με «Συγγνώμη, αυτό εδώ είναι δικό σας;». Του απαντάω «ΝΑΙ» με τα μάτια γουρλωμένα. «Έτρεξα να σας προλάβω γιατί σας έπεσε 4 στενά πριν, αλλά ήσασταν πολύ φουριόζος», συνέχισε.

Τι να του πω τώρα; Ότι βιαζόμουν να φτάσω στον κυρ-Παντελή για να ξοδέψω λεφτά σε «once on the lips, always on the hips» φαγώσιμα; «Ευχαριστώ πολύ, αδερφέ!», του είπα και του έσφιξα το χέρι. Του έδωσα και μια σοκολάτα, έτσι για την καλή του την καρδιά.

Η Κατερίνα βρήκε τη δικαίωση στο πάρκινγκ

Η κακιά η στιγμή με βρήκε σε ένα πεζοδρόμιο που με ανάγκασε να παραπατήσω και να σπάσω το πόδι μου.

Έναν μήνα μετά (χωρίς γυψονάρθηκα και πατερίτσες πια) κάνω την πρώτη μου βόλτα με το αυτοκίνητο στο Χαλάνδρι για να αλλάξω ένα δώρο παρηγοριάς της μαμάς μου. Μετά από μισή ώρα – στην κυριολεξία – που ψάχνω να παρκάρω εμφανίζεται στα 7,5 μέτρα μια ωραιότατη θέση και ο μπροστινός μου δεν βάζει αλάρμ. Εδώ είμαστε λέω και αρχίζω να πιστεύω ότι η τύχη μου χαμογελά ξανά. Μέχρι να προλάβω να στρίψω το τιμόνι, όμως, ο κύριος από το διπλανό parking βγάζει τη μηχανή (!) του και την απλώνει στη θέση ΜΟΥ. Ναι, δεν έχω φτάσει ακόμη στο σημείο της ιστορίας που η λύση πέφτει από τον ουρανό. 

Ακολούθησε χαρακτηριστικός διάλογος. 

«Πρέπει να μου κάνετε κάποια πλάκα».

«Πληρώνεις τέλη κυρία μου;».

«Βεβαίως».

«Ε, κι εγώ».

Κάπου εκεί (αν θυμάμαι καλά) μου ξέφυγε ένα «είστε απαράδεκτος» και συνέχισα την πορεία μου. Αφού πήρα να ρωτήσω ποια είναι τα δικαιώματά μου και να μάθω αν μπορώ να πάρω την αστυνομία να τον καταγγείλω που μου έκλεψε τη θέση για να βάζουν περισσότεροι τα αυτοκίνητά τους στο parking του, σκέφτηκα σοβαρά τις συνεδρίες anger management (ακόμη τις σκέφτομαι) καθώς οι σφιγμοί μου δεν έπεφταν για ώρα.

Αφήνω πίσω αυτό το περιστατικό και έναν ακόμη μήνα μετά αποφασίζω να βγω με τη φίλη μου τη Φρόσυ στο Χαλάνδρι.

Παρκάρω το αμάξι μου με μια μεγαλύτερη ευκολία, πίνω το κρασί μου και περνάω υπέροχα μέχρι που φτάνει η στιγμή της επιστροφής.

Το κινητό μου κλείνει από μπαταρία, αλλά είμαι ανεξάρτητη και ζω και χωρίς αυτό οπότε χαιρετάω τη φίλη μου και πηγαίνω προς το αμάξι. Τι μπορεί να πάει λάθος; Ας έχω παρκάρει και λίγο μακριά...

Φυσικά, τα φώτα πορείας είχαν μείνει ανοιχτά και φυσικά η μπαταρία είχε πέσει και δεν μπορούσα με τίποτα να βάλω μπροστά. Δεν έχασα την ψυχραιμία μου. Μπήκα με αυτοπεποίθηση στο εστιατόριο απέναντι και ζήτησα ευγενικά έναν φορτιστή άιφον. Εννοείται ότι ήταν το μοναδικό εστιατόριο που δεν είχε. 

Πάνω που είχα αρχίσει να απελπίζομαι κοίταξα λίγο πιο κάτω και είδα εκείνο το πάρκινγκ που με έκανε να δω τον Φρόιντ με άλλο μάτι.

Πλησιάζω διστακτικά και βλέπω έναν νεαρό. «Μήπως έχετε φορτιστή άιφον»; «Κάτι έχω, αλλά δεν ξέρω αν δουλεύει». Δεν δούλευε.

«Έχω μείνει εδώ απέναντι από μπαταρία. Και δεν ξέρω τι να κάνω».

«Μην ανησυχείς. Σε 5 λεπτά κλείνω το πάρκινγκ του θείου μου και έρχομαι με τη μηχανή μου να στο βάλω μπροστά. Κουβαλάω πάντα καλώδια».

Κάρμα ις ε μπιτς.