Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012. Φωτιές, καταστροφές και λεηλασίες ακολουθούν την μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα ενάντια στο δεύτερο Μνημόνιο που θα ψήφιζε η κυβέρνηση Παπαδήμου. Πρώτος στόχος ήταν οι τράπεζες στην Πανεπιστημίου, τη Σταδίου και τους γύρω δρόμους. Σύντομα εξαπλώνονται σε διπλανά μαγαζιά.

Εκείνο το βράδυ πυρπολήθηκαν συνολικά 45 κτίρια. Αλλά η φωτιά που μονοπώλησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ήταν εκείνη στους δύο ιστορικούς κινηματογράφους Αττικόν και Απόλλων. Σε ένα αγαπημένο σημείο της πόλης, που είχε ταυτιστεί με όμορφες στιγμές για πολλές δεκαετίες.

Η φωτιά στο κτίριο που είχε σχεδιάσει ο Έρνστ Τσίλερ και μετρούσε ήδη πάνω από 130 χρόνια ιστορίας, εκδηλώθηκε γύρω στις 6 το απόγευμα. Ξεκίνησε από το κατάστημα Kosta Boda στη διασταύρωση της Σταδίου με τη Χρήστου Λαδά και μεταδόθηκε στο πατάρι του πρώτου ορόφου του, το οποίο περνούσε πάνω απ' όλα τα καταστήματα και τους υπόλοιπους χώρους. Έτσι έφτασε ως την πρόσοψη και την είσοδο των κινηματογράφων, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η φωτιά είχε «φάει» ολόκληρο το κτίριο.

Όμως όχι, οι δύο κινηματογράφοι σώθηκαν. Στις φωτογραφίες της επόμενης μέρας, το σκηνικό της καταστροφής στο Αττικόν απλώνεται στα εκδοτήρια, τα σκαλιά που οδηγούν στην αίθουσα, στο φουαγιέ και στο μπαρ, μία έκταση κάπου 170 τ.μ.. Πίσω από τη μεγάλη πόρτα της, η αίθουσα έχει παραμείνει άθικτη, έτοιμη να λειτουργήσει, όπως και εκείνη του κινηματογράφου Απόλλων.

Πώς σώθηκαν οι κινηματογράφοι

Το θαύμα αυτό έγινε δυνατό χάρη στην αυτοθυσία των εκμισθωτών των δύο αιθουσών, Γιώργου και Παναγιώτη Τσακαλάκη, των οικογενειών τους, των εργαζομένων, και των ανδρών της Πυροσβεστικής. Το πώς ακριβώς γλίτωσαν οι κινηματογράφοι από την καταστροφή, το αφηγήθηκε πριν από τρία χρόνια στο «Κ» της Καθημερινής ο Γιώργος Τσακαλάκης: «Ήμασταν σε καθεστώς επιφυλακής, με όλους τους εργαζομένους μας επί ποδός για κάθε ενδεχόμενο. Εκείνο το απόγευμα βρισκόμασταν περίπου 20 άτομα μέσα στο κτίριο, μέλη των οικογενειών μας και εργαζόμενοι. Η επίθεση στο Αττικόν εκδηλώθηκε περί τις 6 το απόγευμα και γρήγορα πήρε διαστάσεις. Θέσαμε αμέσως σε εφαρμογή το εσωτερικό σύστημα πυρασφάλειας, που ευτυχώς λειτούργησε στο σύνολό του χωρίς κανένα πρόβλημα. Με 15 χοντρές μάνικες όλος αυτός ο κόσμος προσπαθούσε να αναχαιτίσει τη φωτιά.

»Η Πυροσβεστική ήταν αδύνατον να πλησιάσει, καθώς, λόγω της έκτασης των γεγονότων, δεν υπήρχε πρόσβαση. Για πέντε, σχεδόν, ώρες σβήναμε μόνοι μας. Εγώ ήμουν σε μια κατάσταση που δεν θυμάμαι τον εαυτό μου. Τραυματίστηκα στα χέρια, είχα κόψει τένοντες και νεύρα, κάποια στιγμή αργά το βράδυ έπρεπε να μεταφερθώ στο νοσοκομείο. Χρειάστηκε να κάνω αρκετές επεμβάσεις στα δάχτυλα για να αποκτήσουν τη λειτουργικότητά τους, αν και στην πραγματικότητα δεν επανήλθαν ποτέ πλήρως.

»Η μεγάλη μας έννοια ήταν να μην μπει η φωτιά στις αίθουσες. Όχι μόνο για να σώσουμε δύο ιστορικούς κινηματογράφους. Αν έμπαινε, δεν θα σταματούσε εκεί. Θα προχωρούσε σε γειτονικά κτίρια - και μιλάμε για κτίρια όπως το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών και την έδρα του Φιλολογικού Συλλόγου “Ο Παρνασσός”. Κάποια στιγμή, μετά τις 10, βλέπω έναν κύριο με πολιτικά στη σκάλα κοντά στην αίθουσα του Αττικόν και τον ρωτάω ποιος είναι. Ήταν ο αρχηγός της Πυροσβεστικής. Του πρότεινα οι μάνικες του Σώματος να έρθουν από τη Χρήστου Λαδά και να ρίχνουν νερό από μέσα προς τα έξω για να κρατήσουμε τη φωτιά έξω από τις αίθουσες. Καθώς η πυρκαγιά είχε επεκταθεί στον όροφο και καιγόταν η οροφή, μας εξήγησε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει γιατί υπήρχε σοβαρός κίνδυνος εγκλωβισμού ανδρών του μέσα στο κτίριο. Αμέσως του έδειξα εξόδους κινδύνου που θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τους πυροσβέστες και έτσι τον καθησύχασα. Τότε έδωσε εντολή στις δυνάμεις του να έρθουν από πίσω και να σβήνουν προς τα έξω. Έτσι, η φωτιά έκαιγε μέχρι τα ξημερώματα, αλλά δεν μπήκε ποτέ στους κινηματογράφους».

Γιατί δεν λειτουργούν;

Αφού λοιπόν οι κινηματογραφικές αίθουσες είναι άθικτες, γιατί δεν μπορούν να λειτουργήσουν; Η απάντηση βρίσκεται σε μια κόντρα 30 ετών, ανάμεσα στο Ίδρυμα Σταματίου Δεκόζη-Βούρου και το ΄Ιδρυμα Βούρου-Ευταξία. Ο πολιτικός, συλλέκτης έργων τέχνης και ευεργέτης Λάμπρος Ευταξίας, που είχε ιδρύσει και τους δύο οργανισμούς, είχε ορίσει ότι το πρώτο ίδρυμα, στο οποίο ανήκει το κτίριο που στεγάζει τους κινηματογράφους, θα έπρεπε να καταβάλλει στο δεύτερο ίδρυμα το 40% των εσόδων από τη μίσθωσή του. Αυτό τηρήθηκε μόνο για ένα χρόνο, το 1988. Από το 1989 μέχρι σήμερα δεν δόθηκαν άλλα χρήματα, με αποτέλεσμα το χρωστούμενο ποσό να έχει φτάσει τα 26 εκατ. ευρώ.


Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, η αίθουσα του Αττικόν παραμένει σε άψογη κατάσταση και περιμένει να ξαναγεμίσει με θεατές όταν τα δύο ιδρύματα λύσουν τις διαφορές τους...

Ο κυκεώνας αγωγών και νομικών διεκδικήσεων που ακολούθησε είναι ο λόγος που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν τα ασφάλιστρα από τη φωτιά – 670.000 ευρώ από την Εθνική Ασφαλιστική – και να ξεκινήσουν οι εργασίες, ενώ δεν ευδοκίμησε ούτε η παρέμβαση του δημάρχου Αθηναίων Γιώργου Καμίνη, ούτε του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, που είχε προσφερθεί το 2016 να χορηγήσει το υπόλοιπο ποσό που απαιτούνταν για την αποκατάσταση των ζημιών (ακόμη κι εκεί υπήρχαν διαφωνίες, με τη μελέτη του ενός ιδρύματος να υποστηρίζει ότι απαιτούνται 500.000 ευρώ, και του άλλου να βγάζει το λογαριασμό στα 1,1 εκατ. ευρώ). Το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος τελικά απέσυρε την προσφορά του όταν δεν κατάφερε να εξασφαλίσει από τα δύο ιδρύματα τη διαβεβαίωση ότι το ακίνητο δεν θα περνούσε μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια στα χέρια ιδιώτη.

Στο σφυρί το κτήριο

Σήμερα βρισκόμαστε σε φάση πλειστηριασμών, με το Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία να βγάζει στο σφυρί ακίνητα του Ιδρύματος Σταματίου Δεκόζη-Βούρου για να εισπράξει τα χρωστούμενα. Και όπως αποκάλυψε πρόσφατο ρεπορτάζ της Lifo, σύντομα θα πουληθεί και το κτήριο των κινηματογράφων. Στην κατάσταση που βρίσκεται, εκτιμάται ότι θα πιάσει κάπου 20 εκατ. ευρώ, αλλά τα νέα που ενδιαφέρουν τους Αθηναίους και είναι – επιτέλους – καλά, είναι ότι η χρήση των δύο ιστορικών κινηματογράφων είναι διατηρητέα. Όποιος και να αγοράσει το ακίνητο στον πλειστηριασμό, είναι υποχρεωμένος να τους επαναλειτουργήσει με την ίδια χρήση.

Ένα είναι σίγουρο: θα ξαναδούμε ταινίες κάτω από τον πολυέλαιο του Αττικόν, ή ανάμεσα στους πίνακες του Απόλλων. Το ζήτημα είναι πότε…