Η Άνγκελα Μέρκελ απέκτησε διάφορα παρωνύμια κατά τη διάρκεια της πολιτικής της καριέρας. Το 1991 ήταν «το κορίτσι» του Καγκελαρίου Χέλμουτ Κολ, das Mädchen, στα Γερμανικά. Στις εκλογές του 2009, μετά την πρώτη της θητεία ως Καγκελάριος, ήταν η «Angie». Και λίγα χρόνια μετά, αφού οι Γερμανοί τη συνήθισαν και δεν την άλλαζαν με τίποτα, έγινε η «MuttiMerkel». 

Τώρα, όμως; Σε αυτή τη φάση, η Άνγκελα Μέρκελ αντικρύζει το πολιτικό της τέλος. Η ίδια ισχυρίζεται ότι θα είναι με το τέλος της θητείας της κυβέρνησής της, το 2021. Κανείς, όμως, στο Βερολίνο δεν το πιστεύει αυτό. Από την ώρα που θα εκλεγεί ο νέος πρόεδρος του CDU στα μέσα Δεκεμβρίου και, με δεδομένο, ότι οι Σοσιαλδημοκράτες λοξοκοιτούν προς την έξοδο, μήπως και διασωθούν εκλογικά μετά τα αλλεπάλληλα στραπάτσα, όλο και περισσότεροι εκτιμούν ότι το τέλος του Μεγάλου Συνασπισμού υπό την Μέρκελ θα φτάσει είτε εντός του 2019 είτε το 2020. 

Ακόμα κι έτσι, όμως, η Μέρκελ είναι ένα σπουδαίο κεφάλαιο στην ιστορία της μεταπολεμικής γερμανικής πολιτικής. Μέγεθος συγκρίσιμο με αυτό του πρώτου Καγκελαρίου της μεταπολεμικής Γερμανίας Κόνραντ Άντεναουερ και του πολιτικού της πατέρα, του Χέλμουτ Κολ, η Μέρκελ σφράγισε μια ολόκληρη εποχή, κατά την οποία η Γερμανία άφησε πίσω της τον διχασμό πολλών δεκαετιών και έγινε ξανά μια εξαιρετικά σημαντική οικονομική και πολιτική δύναμη. Οι επικριτές της την κατηγορούν ότι δεν έχει κάνει κάποια εμβληματική μεταρρύθμιση, για την οποία θα τη θυμούνται. Οι υποστηρικτές της, όμως, μάλλον δικαίως, αντιτείνουν, ότι στα χρόνια της Μέρκελ η Γερμανία άλλαξε σημαντικά, το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε για όλο και περισσότερους Γερμανούς και η χώρα πρωταγωνίστησε στις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις, όσο άλλες παραδοσιακές ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία πελαγοδρομούσαν. Περισσότερο απ’ όλα, όμως, η Μέρκελ πρόσφερε στους Γερμανούς μια έννοια εξαιρετικά σημαντική γι’ αυτούς: ασφάλεια, ότι κάποιος ήταν εκεί, όταν τον χρειάζονταν, ακόμα και αν δεν τον πρόσεχαν κάθε μέρα. 

Από κόρη του πάστορα, πολιτική «πατροκτόνος» 

Η Μέρκελ δεν είχε καμία αξιομνημόνευτη πολιτική δραστηριότητα στα νιάτα της. Κόρη λουθηρανού πάστορα στην ανατολική Γερμανία, σπούδασε φυσική, έκανε διδακτορικό στην κβαντική χημεία. Ακόμα και το βράδυ της πρώτης του τείχους του Βερολίνου, αυτή πήγε για την εβδομαδιαία της σάουνα, μετά ήπιε μια μπύρα και στο τέλος πήγε για ύπνο, γιατί είχε πρωινό ξύπνημα την επομένη. Το 1989, όμως, θα γίνει μέλος της «Δημοκρατικής Αφύπνισης», ενός κεντροδεξιού κόμματος στην ελεύθερη πια Ανατολική Γερμανία και θα θητεύσει για λίγους μήνες ως αναπληρώτρια εκπρόσωπος της κυβέρνησης του Λόταρ Ντε Μεζιέρ. Αργότερα, με την επανένωση των δύο Γερμανιών, θα βρει τον δρόμο προς το CDU, θα εκλεγεί βουλευτής και σχεδόν αμέσως ο Χέλμουτ Κολ θα κάνει την έκπληξη και θα τη διορίσει υπουργό για τις Γυναίκες και τους Νέους. Θα την περιβάλλει με εμπιστοσύνη, τότε είναι που βγαίνει και το παρωνύμιο «το κορίτσι μου», και το 1994 θα την αναβαθμίσει, διορίζοντάς την ομοσπονδιακή υπουργό Περιβάλλοντος. 

Η ώρα της Μέρκελ φτάνει μετά την ήττα του CDU στις ομοσπονδιακές εκλογές του 1998, μετά από 16 χρόνια! Θα αναδειχθεί γενική γραμματέας του κόμματος και, παρά την ύπαρξη του σταρ-καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ, θα καταφέρει να οργανώσει τον κομματικό μηχανισμό, ώστε το CDU να κερδίσει σε 6 από τις 7 εκλογικές αναμετρήσεις σε κρατίδια το 1999. Η πιο μεγάλη στιγμή της, όμως, θα έφτανε ακριβώς στην αλλαγή του αιώνα. Με το CDU να κλυδωνίζεται από ένα σκάνδαλο παράνομων δωρεών στο κόμμα, με κορωνίδα μια δωρεά 1 εκ. μάρκων από τον έμπορο όπλων Καρλ-Χάιντς Σράιμπερ, η Μέρκελ θα γράψει τρεις μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 1999 ένα γνωστό πλέον άρθρο στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine, σημειώνοντας ότι οι «διαδικασίες που ακολούθησε ο Κολ έκαναν ζημιά στο κόμμα» και καλώντας τον να αποχωρήσει από το προσκήνιο. Μαζί με τον Κολ, όμως, από την εικόνα θα βγει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο ισχυρός διάδοχος του Κολ στην προεδρία του κόμματος. Η πολιτική πατροκτονία έχει ολοκληρωθεί, ο δρόμος για τη Μέρκελ είναι ανοιχτός. 

Η νίκη στο συνέδριο και ο δρόμος ως την Καγκελαρία

Στο συνέδριο του CDU το 2000, θα σαρώσει, παίρνοντας 895 από τις 937 ψήφους. Και ενώ το άστρο της ανατέλλει, μια σειρά πολιτικών παραγόντων του CDU την υπονομεύει. Οι εκλογές του 2002 δεν απέχουν πολύ, ο Σρέντερ είναι ήδη αρκετά φθαρμένος, αλλά στη Χριστιανική Ένωση υπάρχει ένας υφέρπων καυγάς: ποιος θα είναι ο αντίπαλος του Σρέντερ στις εκλογές; Η Μέρκελ ή ο ισχυρός Βαυαρός, πρόεδρος του αδερφού κόμματος, των Χριστιανοκοινωνιστών, Έντμουντ Στόιμπερ; Η διαφορά λύνεται σχετικά αναίμακτα. Η Μέρκελ, ένα παγωμένο πρωινό της 11ης Ιανουαρίου του 2002, προλαβαίνει τους επικριτές της που την περίμεναν αργότερα στη συνεδρίαση του Προεδρείου του CDU, και πηγαίνει στο σπίτι του Στόιμπερ, στο γνωστό πλέον στη Γερμανία «πρωινό στο Βόλφρατσχαουζεν», όπου αποφασίζεται ο Στόιμπερ να προκαλέσει τον Σρέντερ. Ο Βαυαρός ξεκινά δυνατά, αλλά η πλημμύρα στον Έλβα το 2002 αλλάζει τα δεδομένα: ο Σρέντερ βάζει το αδιάβροχο και τις γαλότσες του και πάει να συντονίσει την κατάσταση μέσα στην πλημμύρα. Συνδυαστικά με την κακή εικόνα του Στόιμπερ στα media, αλλά και την αδυναμία του να πάρει θέση εναντίον της γερμανικής εμπλοκής στον πόλεμο του Ιράκ, με ή χωρίς έγκριση του ΟΗΕ, ο Σρέντερ θα κερδίσει ανανέωση της θητείας του. 

Η Μέρκελ κάνει αυτό που ξέρει καλά: υπομονή, γνωρίζοντας ότι φτάνει η στιγμή της. Πράγματι, το 2005 είναι αυτή απέναντι στον Σρέντερ, τον κερδίζει ελάχιστα, αλλά, σε μια αιφνιδιαστική κίνηση, χωρίς να είναι σαφές ακόμα ποιος μπορεί να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό, ο Σρέντερ παραιτείται. Η Μέρκελ αδράττει την ευκαιρία και καταφέρνει να σχηματίσει τον πρώτο Μεγάλο Συνασπισμό της Ομοσπονδιακής Γερμανίας. 

Τα χρόνια στην Καγκελαρία και το τέλος

Από το 2005 και μετά, οι Γερμανοί γνωρίζουν και προοδευτικά συνηθίζουν στην εικόνα της Καγκελαρίου Μέρκελ. Την χαρακτηρίζουν οι χαμηλοί τόνοι, η διάθεση εξεύρεσης συμβιβασμών, ενίοτε ο δισταγμός στη λήψη των κατάλληλων αποφάσεων, αλλά και η σταθερότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι, με μικρότερα ή μεγαλύτερα ποσοστά, η Μέρκελ κέρδισε, μαζί με αυτές του 2005, τέσσερις ομοσπονδιακές εκλογές. Μόλις τώρα, στα τέλη του 2018, ξεκινούν οι Γερμανοί να συμβιβάζονται με την ιδέα ότι η Μέρκελ δεν θα είναι καγκελάριος για πολύ ακόμα. Στη θητεία της, είχε πολλές κρίσιμες στιγμές: για παράδειγμα, το 2011 σηματοδοτεί τη μετάβαση της Γερμανίας στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, κλείνοντας την πόρτα της πυρηνικής ενέργειας. Από το 2010 και μετά, πρωταγωνίστησε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κρίση, αποτρέποντας την κατάρρευση του ευρωπαϊκού οικονομικού και πολιτικού οικοδομήματος, βάζοντας, όμως, από το παράθυρο και το ΔΝΤ στην Ευρώπη, μιας και δεν μπορούσε να εμπιστευθεί την Κομισιόν, είτε επί Μπαρόζο είτε επί Γιούνκερ. Το 2013 γίνεται, άθελά της, πρωταγωνίστρια του παγκόσμιου σκανδάλου των υποκλοπών, μετά τις αποκαλύψεις του Wikileaks, κάτι που δημιουργεί ρήγμα στην εμπιστοσύνη της Γερμανίας προς τις ΗΠΑ. Και το 2015, θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια πραγματική κρίση στη χώρα της, αυτή του προσφυγικού: τότε είναι που θα πει την περίφημη φράση «Θα τα καταφέρουμε». Πράγματι, η Γερμανία άντεξε τον μεγάλο αριθμό ανθρώπων που έφτασαν στα σύνορά της, αλλά, στο ενδιάμεσο, η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική αυστηροποιήθηκε σημαντικά, με τη Μέρκελ πάντως να επαινείται διεθνώς για τη στάση της. Αυτή η στάση της, όμως, από την άλλη, της δημιούργησε σημαντικό πρόβλημα στο εσωτερικό, με πολλούς Γερμανούς να…πελαγώνουν και να αισθάνονται είτε ότι απειλείται το αίσθημα της ευημερίας τους είτε ότι το κράτος στηρίζει πρόσφυγες και μετανάστες έναντι των πολιτών του που έχουν ανάγκη. Κάπως έτσι, η ξενοφοβική Εναλλακτική για τη Γερμανία μεγάλωσε απότομα, ενώ και οι Βαυαροί Χριστιανοκοινωνιστές πέρασαν στην επίθεση εναντίον της. Και όλα αυτά, ενώ στο εξωτερικό η στάση της είχε καταστεί αντικειμενο επαίνου και όλο και περισσότεροι, μετά την εκλογή Τραμπ, θεωρούσαν ότι θα είναι αυτή που θα ηγηθεί του Ελεύθερου Κόσμου. 

Η Μέρκελ θα φύγει, χωρίς να έχει χάσει σε ομοσπονδιακές εκλογές. Βεβαίως, η νίκη της το 2017 ήταν σαν ήττα, με το CDUνα παίρνει το χαμηλότερο ποσοστό του εδώ και δεκαετίες. Κατάφερε, μετά βίας, να σχηματίσει κυβέρνηση με το SPD, όταν απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις με τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους για την τρικομματική «Τζαμάικα». Και, έκτοτε, υφίσταται ήττες σε προπύργια της Χριστιανικής Ένωσης, όπως η απώλεια της πλειοψηφίας στη βαυαρική Βουλή, αλλά και η κατάρρευση του κόμματός στην Έσση, πριν από λίγες μέρες. Η τάση είναι εκεί και δεν αλλάζει. Στο κόμμα θα τη διαδεχθεί είτε η στενή της σύμμαχος, γραμματέας του CDU, Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπάουερ, είτε ο άλλοτε σκληρός επικριτής της και ισχυρός άνδρας της Κ.Ο. του CDU Φρίντριχ Μέρτς είτε το άλλοτε πουλέν του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ισχυρός εκ δεξιών επικριτής της, υπουργός Υγείας Γιενς Σπαν. 

Η παρακαταθήκη της, όμως, παραμένει. Η Γερμανία μπαίνει σε μια νέα φάση και τόσο ο/η διάδοχός της στο κόμμα, όσο και ο/η επόμενος καγκελάριος θα έχουν πολύ δρόμο, προκειμένου να αποσείσουν τη σκιά της.