Στην πολυπολυτισμική γειτονιά του Αγίου Παντελεήμονα που έγινε γνωστή σε όλο το πανελλήνιο μετά το ξέσπασμα της προσφυγικής κρίσης, ζούνε κάτοικοι που ακόμα και σήμερα δέχονται ρατσιστικές επιθέσεις. Πόσοι όμως μιλούν γι αυτές;

Το Reader.gr, μίλησε με έξι μετανάστες που ζουν στη γειτονιά για τον ρατσισμό και τις επιθέσεις που έχουν δεχτεί. 

«Έχω ακούσει πάρα πολλά για το χρώμα του δέρματός μου»

«Βιώνα τον ρατσισμό πάντα. Τον έβλεπα παντού», λέει ο 24χρονος Σάμερ που ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία τριών ετών και κατάγεται από την Αίγυπτο. Σύμφωνα με τον ίδιο, «το χρώμα είναι μεγάλο θέμα. Αλλά το να σε πούνε μαύρο δεν είναι κάτι. Έχω ακούσει πάρα πολλά για το χρώμα του δέρματός μου και έχω τσακωθεί».

«Μεγάλο θέμα στην Ελλάδα νομίζω είναι το γεγονός πως οι κάτοικοι φοβούνται τους ξένους. Βλέπουν δέκα άτομα από άλλη χώρα να κάνουν κακό και θεωρούν πως κάνουν και οι άλλοι. Το βρίσκω απόλυτα λογικό, έτσι λειτουργεί ο άνθρωπος».

«Η κυβέρνηση φταίει, που ψηφίζουν οι ίδιοι οι Έλληνες γιατί έχει αφήσει εγκληματίες και αυτούς βλέπουν οι άνθρωποι εδώ και θεωρούν για παράδειγμα πως έτσι είναι οι Αλγερινοί, οι Αλβανοί κτλπ. Ο απλός ο κόσμος κάθεται να σκεφτεί πως αν του έλεγαν να πάει κάπου όπου θα έχει χρήματα θα το έκανε; Όχι. Ο κόσμος δεν σκέφτεται, δεν αντιδρά. Κάθε μέρα κοιμούνται και ξυπνούν για να τσακωθούν, για να πουν τα ίδια. Δεν σκέφτονται κάτι παραπάνω, δεν υπάρχει εξέλιξη», λέει.

«Θα σου πω κάτι που μου έχει συμβεί. Ήμουν στο σπίτι ενός πολύ καλού ανθρώπου, ο οποίος έχει περίεργους φίλους. Χτυπάει το κουδούνι και έρχεται ένας φίλος του, τεράστιος και φορούσε κονκάρδα με σβάστικα. Κάτσαμε όλοι μαζί στο σπίτι και μιλούσαμε κανονικά. Αυτός βαράει ξένους. Νομίζω πως έχει να κάνει με τον άνθρωπο, όχι με τη φυλή», λέει.

«Δεν θα μου μιλήσουν καν, βλέπουν πως είμαι κύριος. Θα μου πιάσει ο άλλος την κουβέντα αγριεμένος και θα του απαντήσω ως ο Σάμερ που έχει μεγαλώσει εδώ και δεν θα πει τίποτα. Μιλάω καλύτερα ελληνικά και από Έλληνες. Έχει ξεκάθαρα να κάνει με τον άνθρωπο. Δεν πρέπει να δίνεις δικαιώματα, πρέπει να σέβεσαι», αναφέρει.

«Ο κόσμος έχει τρελαθεί και δεν ξέρει καν τι να πιστέψει. Περπατάω στο δρόμο και οι μισοί νομίζουν πως είμαι τρομοκράτης και οι άλλοι θεωρούν πως είμαι κάποιος από τον οποίο δεν κινδυνεύουν», επισημαίνει.

«Σκέψου πως είμαστε σε ένα βαγόνι. Είναι όλοι Έλληνες και λευκοί. Αν μπω εγώ θα με κοιτάξουν με άλλο μάτι και όχι όπως τον Έλληνα. Αυτό τα λέει όλα», καταλήγει.

«Δεν έχω δεχτεί ρατσιστική επίθεση»

Ο Σάμι είναι 35 ετών και κατάγεται από το Μπανγκλαντές. Ήρθε στην Ελλάδα το 2011 διότι «μου άρεσε η χώρα από μικρός, διάβαζα πολύ ιστορία».

Ρωτώντας τον επίμονα αν έχει δεχτεί κάποιου είδους ρατσιστική επίθεση είναι κάθετος: «όχι, όχι, όχι» έλεγε. «Εδώ είναι πολύ καλοί άνθρωποι. Όταν ήρθα και άνοιξα το μαγαζί με βοηθούσαν οι γυναίκες από τη γειτονιά. Μου έδιναν φαγητό. Εγώ βλέπω την Ελλάδα σαν την μαμά μου και αυτή μου συμπεριφέρεται σαν να είμαι παιδί της».

«Αν είχα μπροστά μου έναν ρατσιστή; Δεν τον βλέπω καν. Εγώ πάω πάντα στον ίσιο δρόμο, ποτέ στον ανάποδο. Ζω ήρεμα και δεν προκαλώ κανέναν», αναφέρει.

Ο Καμαράν είναι 40 ετών κουρδικής καταγωγής από το Ιράκ. Και ο ίδιος είναι κάθετος στην ερώτηση αν έχει δεχτεί ρατσιστική επίθεση: «Ζω στην Ελλάδα 18 χρόνια. Έχω μαγαζί εννέα χρόνια. Δεν μου έχουν επιτεθεί ποτέ, δεν μου έχουν πει τίποτα».

«Σας μισώ, να φύγετε να πάτε στην πατρίδα σας»

Ο Μοχάμεντ ήρθε στην Ελλάδα από την Αίγυπτο το 1993 και τονίζει πως ακούσει καθημερινά στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς ανθρώπους «να λένε πως όλοι είναι ξένοι. Έχω δει πάρα πολλά. Μία Αφρικάνα έσπρωξε έναν άνδρα και έγινε χαμός. Ο τρόπος του ήταν χυδαίος. Ήταν γυναίκα, δεν μιλάς έτσι σε μία γυναίκα».

«Στον ΟΑΕΔ δεν ήθελε ο υπάλληλος να πάρει το διαβατήριό μου. Τσακώθηκα και μία γυναίκα μου φώναξε “αν δεν σου αρέσει να πας στην πατρίδα σου” και την ρώτησα “έχεις εσύ το κλειδί της πατρίδας μου για να ανοίξεις να μπω; Φύγε από εδώ!”».

«Ρατσιστές είχαν πιάσει ένα φίλο μου και τον χτύπησαν τόσο πολύ που έμεινε τρεις μήνες στο νοσοκομείο. Από τότε δεν μπορεί να μπει στο νοσοκομείο, δεν μπορεί καν να το βλέπει. Μέχρι και σήμερα έχει πόνους στο κεφάλι από τα χτυπήματα. Είχε κάνει 40 ράμματα», λέει και τονίζει πως «τον ρατσισμό τον βλέπεις, ακόμα και αν δεν σου απευθύνουν το λόγο καν».

«Πριν μία εβδομάδα πήγα στην Εφορία και είχε πάρα πολύ κόσμο. Φώναζε ονόματα για να μπουν μέσα, ανθρώπων που είχαν πάρει νούμερα πριν από πέντε μέρες. Μία γυναίκα φώναζε. Ο υπάλληλος της ζήτησε το όνομά της και της είπε να πάει στις 2 Απριλίου. Τότε μία άλλη γυναίκα γύρω στα 60 άρχισε να ουρλιάζει: “Σας μισώ, να φύγετε να πάτε στην πατρίδα σας. Εγώ είμαι Ελληνίδα. Εγώ δεν μπορώ να ζήσω στην πατρίδα μου”».

«Κάθε μέρα ακούω ανάλογα περιστατικά. Αν συνεχίσει αυτό, στο ορκίζομαι, σίγουρα θα γίνει ανάλογο περιστατικό όπως στη Νέα Ζηλανδία και την Ολλανδία και θα είναι χειρότερο. Το μίσος έρχεται πάντα από δύο πλευρές», δηλώνει.

«Ο ρατσισμός έχει να κάνει με τον άνθρωπο και υπάρχει σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Από γιατρούς και δικηγόρους μέχρι σερβιτόρους και οικοδόμους. Εγώ γυρνάω κάθε μέρα και τα βλέπω», καταλήγει.

«Υπάρχουν και εξαιρέσεις με τους Αλβανούς, κάποιοι είναι καλοί»

«Ο ρατσισμός υπήρχε από πάντα αλλά εγώ δεν τον είχα βιώσει στα σχολικά μου χρόνια» λέει ο 28χρονος Τζίμι.

Ο Τζίμι γεννήθηκε στην Αλβανία και ήρθε στην Ελλάδα 9 μηνών. «Πέρασα ωραία χρόνια. Κατά τη διάρκεια της κρίσιμης ηλικίας της εφηβείας δεν είχα βιώσει τον ρατσισμό, είχα φίλους», λέει στο Reader.gr.

Το σπίτι του βρισκόταν τρία λεπτά με τα πόδια από τον Άγιο Παντελεήμονα και θυμάται χαμογελώντας πως «ήμασταν μια περιοχή με πολλούς ξένους, αυτό, εντός εισαγωγικών, ήταν υπέρ μας. Δεν βίωνα τον ρατσισμό».

Ο ίδιος θεωρεί ότι «παραπάνω από τους μισούς πλέον είναι ρατσιστές, το βλέπεις, το νιώθεις» ενώ παραδέχεται πως «έχω ακούσει πολλά αφότου ενηλικιώθηκα, αλλά δεν με αγγίζουν».

Μάλιστα, περιγράφει πως κατά τη διάρκεια της εργασίας του σαν σερβιτόρος έχει ακούσει πελάτες να λένε τα... απίστευτα: «Ακούω να λένε μ@@@@ες έρχεστε και μας παίρνετε τις δουλειές και τις γυναίκες».

Εκείνη τη στιγμή έρχεται ένας θαμώνας και παραγγέλνει. Κοιτάζει αμήχανα λέγοντας «σας διέκοψα» για να ακολουθήσει ο εξής διάλογος:

  • Τζίμης: «Όχι»
  • Δημοσιογράφος: Δεν πειράζει, απλά ήμασταν συμμαθητές και βρεθήκαμε μετά από καιρό και λέμε τα νέα μας
  • Θαμώνας: Α! Και πως ήταν στο σχολείο; Ήταν καλός μαθητής;
  • Τζίμης: (χαμογελώντας αμήχανα) Ε, όχι
  • Δημοσιογράφος: Ήταν καλό και ήρεμο παιδί.
  • Θαμώνας: Το ξέρω. Υπάρχουν και εξαιρέσεις με τους Αλβανούς, κάποιοι είναι καλοί.

Ο Τζίμης χαμογέλασε αμήχανα, ο θαμώνας διάπλατα και απομακρύνθηκε άρον-άρον....

«Σε ένα ιδανικό σύμπαν, τι θα ήθελες να πεις, να κάνεις σε έναν ρατσιστή;» τον ρώτησα για να πάρω την απάντηση: «θα τον έδερνα, θα τον έβριζα».

«Έχω ακούσει για ξύλο»

«Ήρθα στην Ελλάδα όταν ήμουν έξι ετών. Εδώ πήγα πρώτη Δημοτικού», λέει ο Στέλιος και δηλώνει πως «δεν έχω δεχτεί ρατσιστική επίθεση αλλά έχω ακούσει διάφορα. Μου έχουν πει “Ρε Αλβανέ”, έχω ακούσει για ανθρώπους που έχουν φάει ξύλο».

Ο ίδιος δηλώνει πως «οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές σαν λαός. Απλά ήρθα πολύ απότομα ξένοι και η κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να τους δεχτεί».

«Αν είχα μπροστά μου έναν ρατσιστή δεν θα του έδινα καμία σημασία. Δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με τέτοιους ανθρώπους», λέει ο Στέλιος στο Reader.gr.

«Οι Ιταλοί στην Ιταλία»

Η Άννα είναι 28 ετών και η μητέρα της κατάγεται από την Ιταλία. Από μικρή της λέγανε πως λέει ψέματα: «δεν είσαι μισή Ιταλίδα, Αλβανίδα είσαι και το κρύβεις επειδή ντρέπεσαι».

«Στο σχολείο μου έλεγαν συνέχεια πως είμαι Αλβανίδα, πως τους λέω ψέματα. Εντάξει, γελούσα. Κάποιες φορές με ενοχλούσε, ένιωθα περίεργα», λέει η Άννα στο Reader.gr.

«Όταν η μητέρα μου πήγαινε στο σχολείο την κορόιδευαν επειδή μιλούσε σπαστά ελληνικά και τσακωνόμουν. Θεωρούσαν πως με προσέβαλαν φωνάζοντάς με Αλβανίδα. Στεναχοριόμουν, πλέον όμως δεν με πειράζει», συνεχίζει.

Θυμάται ένα περιστατικό όταν η κομμώτρια... ξέσπασε επειδή «έχουμε γεμίσει ξένους μου είπε. Φώναζε “δεν είναι κατάσταση αυτή”».

«Την ρώτησα τι εννοεί και μου απάντησε πως “Οι Αλβανοί πρέπει να πάνε στην Αλβανία, οι Πακιστανοί στο Πακιστάν και οι Ιταλοί στην Ιταλία”. Εκνευρίστηκα. Την κοιτάζω και της λέω “ξέρεις πως η μάνα μου είναι Ιταλίδα;” και μου απαντά: “Όχι. Να πάει στην Ιταλία λοιπόν”», θυμάται η Άννα που «απέφυγα να απαντήσω, την αντιπάθησα τότε. Δεν ξαναγύρισα».

«Αν είχα μπροστά μου έναν ρατσιστή, απλά δεν θα του μίλαγα. Δεν αξίζει να ασχολείσαι με τέτοιους ανθρώπους», καταλήγει.