Ένα εκτενές αφιέρωμα στην Αθήνα και τις συνοικίες του κέντρου δημοσίευσε η Βρετανική εφημερίδα Guardian, στο οποίο περιγράφει πώς η λιτότητα στη χώρα και η οικονομική δυσχέρεια των κατοίκων έχει οδηγήσει στην εγκατάλειψη ιστορικών κτιρίων από τον 19ο, αλλά και τις αρχές του 20ου αιώνα.

Η Βρετανική εφημερίδα σημειώνει πως η οικονομική κρίση και η λιτότητα έχει «χτυπήσει» το ιστορικό κέντρο και πως τουλάχιστον 10.600 κτίρια έχουν πλέον εγκαταλειφθεί, αριθμός που αυξάνεται μέρα με την μέρα.

«Η Αθήνα είναι γεμάτη νεοκλασικά κτίρια η αρχιτεκτονική των οποίων υιοθετήθηκε με την άφιξη του βασιλιά Όθωνα» γράφει η εφημερίδα. Χιλιάδες κτίρια κυρίως στο κέντρο της Αθήνας παρουσιάζουν εικόνα εγκατάλειψης. Στην παρούσα φάση, οι ιδιοκτήτες απλά δεν έχουν τα χρήματα να τα αποκαταστήσουν», σημειώνει μιλώντας στην εφημερίδα η Ειρήνη Γκράτσια, συνιδρυτής της οργάνωσης Monumenta, μια ένωση αρχαιολόγων και αρχιτεκτόνων, που καταμετρά κτίρια που μπορεί να αποτελούν «μνημεία» της πολιτιστικής κληρονομιάς μας και προσπαθεί να τα προστατέψει.

Υπάρχει κίνδυνος για τα περισσότερα παλιά κτίρια στην Αθήνα, τα περισσότερα θα κατεδαφιστούν και όχι για να χτιστούν νέα αλλά επειδή οι ιδιοκτήτες θέλουν να αποφύγουν τους φόρους ακίνητης περιουσίας. Οι αρχιτέκτονες της Monumenta εκτιμούν ότι από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα, το 80% των κτιρίων της Αθήνας που χρονολογούνται από τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα έχουν καταστραφεί. «Τώρα βρίσκονται σε κίνδυνο ορισμένα από τα τελευταία παραδείγματα της ελληνικής νεοκλασικής αρχιτεκτονικής και του ελληνικού μοντερνισμού. Κατασκευασμένα κατά κύριο λόγο από το 1830 έως το 1940, αυτά τα κτίρια αποτελούν απόδειξη για το πλούσιο αρχιτεκτονικό μωσαϊκό της πόλης στο οποίο δεσπόζουσα θέση έχει η Ακρόπολη του 5ου αιώνα - που ενίοτε περνά απαρατήρητη.

«Όπως λένε ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα, η ιστορία της Αθήνας δεν είναι μόνο ο Παρθενώνας», λέει επίσης στον Guardian ο Νίκος Χαρκιόλακης, πρώην στέλεχος του υπουργείου Πολιτισμού ο οποίος τώρα ηγείται μιας οργάνωσης που εκπροσωπεί ιδιοκτήτες διατηρητέων κτιρίων. Η καταστροφή του αστικού τοπίου της Αθήνας όμως δεν είναι κάτι νέο αφού περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη, η ελληνική πρωτεύουσα έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια έχοντας ίσως τα περισσότερα μη αναπαλαιωμένα κτίρια.

Η γρήγορη αστικοποίηση που ακολούθησε την γερμανική κατοχή κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου είδε τα νεοκλασικά και τα σύγχρονα κτίσματα να γκρεμίζονται και να καταστρέφονται μέσα σε μια νύχτα σχεδόν. Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε προκάλεσε ακόμα περισσότερη ζημιά στα κτίρια. Όλα αυτά όμως αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ελλάδας και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της Αθήνας.

Η πιο μεγάλη αλλαγή στο αθηναϊκό τοπίο πάντως ήρθε από τη δεκαετία του 1950, όταν η νομοθεσία ενθάρρυνε τους Αθηναίους να «παραδώσουν» τις μονοκατοικίες τους με αντάλλαγμα μεγάλα διαμερίσματα σε πολυώροφα κτίρια. Στη δεκαετία του '60 και του '70, η Αθήνα μετατράπηκε στο χαώδες αστικό κέντρο που γνωρίζουμε και σήμερα φιλοξενεί σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της χώρα.

Στην Βρετανική εφημερίδα μίλησε και ο αδελφός της Μελίνα Μερκούρη ο οποίος είναι ιδιοκτήτης ενός πενταώροφου νεοκλασικό κτιρίου στην οδό Τσακάλωφ.

Ο 92χρονος μιλώντας στον Guardian, τόνισε έχει καταβάλει μεγάλες προσπάθειες τα τελευταία χρόνια με την γραφειοκρατία και η μάχη του για την ανακαίνιση της πρόσοψης του κτιρίου ακόμα συνεχίζεται.

Ένας άλλος ιδιοκτήτης ο Νίκος Κοντίνης που διαθέτει μία διώροφη νεοκλασική κατοικίας της δεκαετίας του 1870 στην περιοχή των Εξαρχείων μίλησε για το πρόβλημα που αντιμετωπίζει με τα γκράφιτι. «Για να κάνει κάποιος το οτιδήποτε για να σώσει ένα κτίριο είναι εξαιρετικά δαπανηρό, χρονοβόρο και φαινομενικά ατέρμονο», λέει.

Οι άδειες για οποιαδήποτε εργασία συντήρησης ή αναπαλαίωσης μπορεί να διαρκέσουν χρόνια για να βγουν και αυτό είναι κάτι που πρέπει η κυβέρνηση να αλλάξει επιτέλους και τα «στολίδια» της Αθήνας να παραμείνουν ζωντανά. Η μείωση των φόρων σε τέτοια κτίρια και η προστασία από το κράτος θα βοηθούσε τους ιδιοκτήτες να μην τα πουλήσουν σε ξένους επενδυτές ή να μην τα εγκαταλείψουν, καταλήγει η Βρετανική εφημερίδα.