Η ταινία «Το Πράσινο Βιβλίο» (Green Book) που προβάλλεται αυτές τις ημέρες και στους ελληνικούς κινηματογράφους, έχει μπει δυνατά στην κούρσα των κινηματογραφικών βραβείων και δεν αποκλείεται να διεκδικήσει αρκετά Όσκαρ. Το βιβλίο που αναφέρεται στον τίτλο της ήταν ένας οδηγός εστιατορίων, ξενοδοχείων, βενζινάδικων και άλλων επιχειρήσεων στις ΗΠΑ που δέχονταν να εξυπηρετήσουν μαύρους πελάτες, και κυκλοφορούσε από το 1936 έως το 1967.

Δημιουργός του The Negro Motorist Green Book, όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του, ήταν ο ταχυδρόμος Βίκτορ Χιούγκο Γκριν (1892-1960). Στην έκδοση του 1948, είχε γράψει: «Θα έρθει κάποτε μια μέρα στο κοντινό μέλλον, όταν αυτός ο οδηγός δεν θα χρειάζεται να κυκλοφορήσει. Τότε εμείς ως φυλή θα έχουμε ίσες ευκαιρίες και δικαιώματα στις ΗΠΑ». Ο νόμος περί πολιτικών δικαιωμάτων υπογράφηκε το 1964, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Γκριν, και το Πράσινο Βιβλίο συνέχισε να κυκλοφορεί για τρία χρόνια ακόμη.


Ο Βίκτορ Χιούγκο Γκριν ανάμεσα σε δύο εκδόσεις του Πράσινου Βιβλίου

Ανάμεσα στα εστιατόρια που περιλαμβάνονταν σε αυτό, υπήρχε τουλάχιστον ένα ελληνικό, όπως ανέφερε σε πρόσφατο ρεπορτάζ του το δίκτυο CBS, και μας μεταφέρει η εφημερίδα της ομογένειας Εθνικός Κήρυκας. Ο Έλληνας μετανάστης Τσάρλι Πούλος και η συνέταιρός του, Κρίστι Μαντζουρίδη, άνοιξαν το Charlie’s Sandwich Shoppe το 1927 στον αριθμό 429 της λεωφόρου Κολόμπους στη Βοστώνη, και το κράτησαν ανοιχτό για όλους, ανεξαρτήτως χρώματος. Η επιχείρηση μπήκε για πρώτη φορά στον οδηγό το 1947. Όπως λέει στο CBS ο Ντέμιαν Μαρτσιάντε, που την αγόρασε το 2017, «οι αρχικοί ιδιοκτήτες δεν έγιναν δεκάρα. Τους καλωσόριζαν όλους, και αν δεν σου άρεσε, δεν έμπαινες μέσα».

To Σωματείο Μαύρων Αχθοφόρων Τρένων (Black Pullman Porters Union) διατηρούσε τα γραφεία του έναν όροφο πάνω από το εστιατόριο, και οι εργαζόμενοι στους σιδηρόδρομους διέδωσαν τα νέα για το Charlie’s Sandwich Shoppe πολύ πριν αυτό μπει στο Πράσινο Βιβλίο.

Η μαγείρισσα Κρίστι Μαντζουρίδη ήταν η πρώτη υπάλληλος του εστιατορίου και αγόρασε το μισό μερίδιο του Τσάρλι Πούλος το 1946. Η οικογένειά της κράτησε μέχρι το 2014 το Charlie’s Sandwich Shoppe, το οποίο το 2005 κέρδισε τον τίτλο του «American Classic» από το Ίδρυμα James Beard.


Ο Άρθουρ (αριστερά) και ο Κρις Μαντζουρίδης ετοιμάζουν πρωινά στο Charlie's Sandwich Shoppe το 2014 (φωτογραφία: WBUR)

Όταν ο γιος της, Άρθουρ Μαντζουρίδης, συνταξιοδοτήθηκε και άφησε το εστιατόριο, μίλησε για αυτό και την ιστορία του στο περιοδικό Boston: «Υπάρχουν τόσες ιστορίες μέσα σε αυτούς τους τοίχους. Δεν χρειαζόταν ποτέ να πας σινεμά ή κάτι τέτοιο, καθώς συγκέντρωνε τόσους απίθανους τύπους. Ήταν μια δύσκολη περιοχή για πολύ καιρό. Δεν ερχόσουν ποτέ στο Σάουθ Εντ παρά μόνο αν έψαχνες για μπελάδες. Ήμασταν ανοιχτά 24 ώρες τη μέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα για 36 χρόνια. Δεν κλείναμε ούτε για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας. Οι ώρες αιχμής ήταν από τη μία μέχρι τις τρεις το πρωί. Σερβίραμε κυρίως μαύρους καλλιτέχνες όπως ο Ντιουκ Έλινγκτον και ο Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του ’60. Τα περισσότερα ξενοδοχεία και εστιατόρια δεν δέχονταν μαύρους. Η Βοστώνη ήταν μια πολύ προκατειλημμένη πόλη. Θα έλεγα ότι το 99% της πελατείας μας ήταν μαύροι. Επειδή εξυπηρετούσαμε τη μαύρη κοινότητα, πολλοί λευκοί αρνούνταν να περάσουν την πόρτα μας. Στη δεκαετία του ’70, ένας τακτικός μας πελάτης έφερε ένα βράδυ την αδερφή του στο μαγαζί και εκείνη αρνήθηκε να μπει μέσα επειδή σερβίραμε μαύρους. Και αυτό δεν ήταν τόσο πολύ καιρό πριν».

Όταν ο Μαντζουρίδης βγήκε στη σύνταξη το Charlie’s Sandwich Shoppe έμεινε κλειστό για λίγο καιρό και επαναλειτούργησε με νέα διεύθυνση το 2016. Το βιβλίο «Where Hash Rules: The Story of Charlie’s Sandwich Shoppe in Boston» (διαθέσιμο εδώ) αφηγείται την πλούσια ιστορία του μαζί με παλιές και πρόσφατες φωτογραφίες, όπως εκείνη από την επίσκεψη του Προέδρου Ομπάμα το 2013.