Και εγένετο Athens Release Festival 2018 με την πρώτη μέρα ναι μεν να στερείται τους London Grammar που αντικαταστάθηκαν κατ' ανάγκη από τον Ρίτσαρντ Άσκροφτ, αλλά να έχει στο line up της και την Kid Moxie που στο εξωτερικό είναι πιο γνωστή από ό,τι στην Ελλάδα. Η Έλενα Χαρμπίλα ζει και δραστηριοποιείται ως μουσικός και ηθοποιός τα τελευταία 14 χρόνια στο Λος Άντζελες. Δεν είχε κάποιο σιγουράκι, πήγε ως rookie για σπουδές και ξέμεινε. Μάλιστα, τα πάει τόσο εξαιρετικά όσο αποδεικνύει και το πλούσιο βιογραφικό της. Τραγούδια της έχουν «ντύσει» διαφημίσεις (Victoria's Secret spot), ταινίες με celebrities όπως η Λίλι και ο Τζόνι Ντεπ («Yoga Hosers»), έχει συνεργαστεί με τους Άντζελο Μπανταλαμέντι και Ντέιβιντ Λιντς, ενώ στην παρούσα φάση ασχολείται με την συμμετοχή της στην ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου «Ο Δυσάρεστος», όπου παίζει ως ηθοποιός και παράλληλα υπογράφει τη μουσική. Ο περίεργος τρόπος που πρόφεραν οι Αμερικανοί το «Ελένη», την μετέτρεψε σε Έλενα, αλλά εκείνη αισθάνεται Ελένη. 

... και το «Kid Moxie» πως προέκυψε;
Αν θέλουμε να το υπεραπλουστεύσουμε, είναι το παιδί της πιάτσας. Το Moxie είναι slang που στα παλιά αμερικάνικα ήταν «You have moxie» δηλαδή «Έχεις τσαγανό». Μου άρεσε αυτή η λέξη και επειδή μ’ αρέσει να αισθάνομαι ότι πάντα πειραματίζομαι σαν παιδί, το Kid Moxie είναι ένα παιδί με θάρρος, με τσαγανό.

Διάβασα κάπου ότι ήσουν αγοροκόριτσο, ισχύει;
Φουλ. G.I.Joe, ποδόσφαιρο, έκλεβα τα ρούχα του αδερφού μου, δε μου άρεσαν καθόλου οι κούκλες. Μια φορά σκέψου μου πήραν μία και την έπνιξα, oπότε μάλλον δεν το είχα.

Πώς γίνεται ένα σκληρό αγοροκόριτσο στη μετέπειτα πορεία του να εκφράζεται από την «cinematic pop» μουσική που είναι κάπως πιο εύθραυστη;  
Δε μπλέκονται καθόλου. Η αισθητική που αρέσει στα μάτια και τα αυτιά μου γιατί το cinematic έχει και εικόνα και ήχο μαζί ήταν πάντα κάτι το αιθέριο, το λίγο αλλόκοσμο, όχι πολύ καθημερινό που δε σχετίζεται τόσο με το φύλο. Είναι κάτι πιο γλυκό που μπορούν να είναι όλοι. Εγώ την ονομάζω έτσι, δε σημαίνει ότι κάποιος θα την ακούσει με τα ίδια αυτιά που την ακούω εγώ. Ο στόχος μου, πάντα με πυξίδα την ατμόσφαιρα στη μουσική και όχι τόσο τα λόγια -δεν είμαι άλλωστε Μπομπ Ντίλαν για να γράφω τους επικούς πολιτικούς στίχους- είναι κομμάτια που έχουν μια pop δομή και μία αντίστοιχη ατμόσφαιρα που να μπορεί να ταιριάξει σε μία σκηνή που έχω στο κεφάλι μου. Δηλαδή γράφω μουσική για κινηματογραφικές σκηνές που παίζουν στο κεφάλι μου.

Τώρα πού μένεις;
Είμαι μεταξύ Λος Άντζελες και Αθήνας, ακόμα διατηρώ το σπίτι μου εκεί, αλλά τους τελευταίους έξι μήνες είμαι στην Ελλάδα και για τα γυρίσματα της ταινίας που μόλις ολοκληρώσαμε με τον Γιώργο Γεωργόπουλο και για τους επόμενους τρεις μήνες γιατί θα κάνω μερικά lives σε Ελλάδα και Ευρώπη. Οπότε για την ώρα είμαι λίγο μετέωρη.

Η Αμερική είναι η γη της καλλιτεχνικής επαγγελίας;
Η Αμερική όχι, το Λος Άντζελες όμως σου δίνει μία ψευδαίσθηση ότι όλα είναι δυνατά και νομίζω ότι μπορεί να είναι μόνο ψευδαίσθηση τελικά, αλλά αρκεί ότι υπάρχει. Σ' αυτήν άλλωστε, στηρίζεται και όλο το «american dream». Και πραγματικά συμβαίνουν τόσα εκεί που δε θα συμβούν πουθενά αλλού, αυτό ισχύει. Τους ανθρώπους που γνώρισα στην Καλιφόρνια, δε θα τους είχα γνωρίσει πουθενά αλλού στον κόσμο. Αν έχεις το θάρρος και θράσος να τις εκμεταλλευτείς, έχει σίγουρα πάρα πολλές ευκαιρίες, αλλά και πάρα πολλές αποτυχίες, θα είναι σίγουρα παραπάνω… Οπότε αν αντέχεις τα χαστούκια και εκμεταλλευτείς ό,τι έχεις εσύ ιδιαίτερο, η Αμερική μπορεί να σου προσφέρει πάρα πολλά.

Μπορείς να υπολογίσεις εσύ πόσα χαστούκια έχεις φάει εσύ εκεί;
Ποπο… Πρέπει να ‘ναι εκατοντάδες γιατί μόνο αν υπολογίσουμε τις εκατοντάδες οντισιόν που έχω πάει και έχω φάει πόρτα, είναι άλλα τόσα. Αλλά ξέρεις τι; Το συνηθίζεις. Στην αρχή μου ήταν πάρα πολύ δύσκολο και δε μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ. Αισθανόμουν loser, «τι αποτυχία είναι αυτή;, γιατί δε μπορώ να κλείσω καμία δουλειά;, τι συμβαίνει;». Στο ενδιάμεσο κλείνεις και καμία αλλά βλέπεις ότι ο κανόνας είναι μία επιτυχία για κάθε 20 αποτυχίες, οπότε συνηθίζεις μαθηματικά αυτό που συμβαίνει. Το πετσί μου έχει γίνει τόσο χοντρό πλέον που δεν το σκέφτομαι καν.

Αισθάνεσαι πως όσα συνέβησαν σε σένα ήταν για να γίνουν;
Χωρίς να θέλω να ακουστώ αγνώμων, αισθάνομαι πως όσα έχω κάνει σήμερα δεν είναι και τόσα πολλά. Δηλαδή μέσα μου είναι άλλα τόσα που δεν έγιναν και παραπάνω, οπότε για όλες τις αποτυχίες δεν αισθάνομαι ότι είναι τόσες οι επιτυχίες μου. Κάποια πράγματα ήταν meant to be με την έννοια του ότι τα κυνήγησα πάρα πολύ και ήμουν στο σωστό timing τη στιγμή που έπρεπε. Όπως στη συνεργασία με τον Badalamenti, εγώ το κυνήγησα. Δηλαδή πηγαίνοντας στην Αμερική ήξερα ότι το νούμερο ένα που ήθελα να κάνω ήταν κάπως να εισχωρήσω σε αυτό τον κόσμο που είχε φτιάξει ο Badalamenti με τον David Lynch. Δεν ήξερα πως, αλλά έλεγα πως για μένα αυτό θα είναι όχι επαγγελματική αλλά προσωπική επιτυχία. Ήμουν και τυχερή στο μεταξύ, κατέληξα να τον γνωρίσω, να πάμε μία βόλτα στο Central Park με το αυτοκίνητό του, αφού είχε ακούσει τη μουσική μου και με φώναξε στη Νέα Υόρκη για να συναντηθούμε και να συνεργαστούμε σε ένα κομμάτι. Κυνήγησα πάρα πολύ την τύχη μου και μερικές φορές μου χαρίστηκε, αλλά τις περισσότερες όχι. Εσύ απλά βλέπεις τις φορές που μου χαρίστηκε.

Έχεις αντιμετωπίσει τη δυσπιστία του ότι «αυτή αποκλείεται να πήγε εκεί χωρίς χρήματα και να πρόκοψε ως nobody;
Ως nobody πήγα. Στη μούρη μου δεν έχω εισπράξει αυτήν τη δυσπιστία, αλλά είμαι σίγουρη ότι έχει υπάρξει. Δεκατέσσερα χρόνια τώρα έχουν γίνει όλα με πάρα πολύ προσωπικό και οικονομικό κόστος για να μπορέσει κάποιος να πει ότι πάτησα σε κάτι έτοιμο. Δεν υπήρχε τίποτα έτοιμο για μένα.

Πώς τα έβγαλες πέρα;
Οικονομικά ήμουν τυχερή γιατί άρχισα από το πανεπιστήμιο κιόλας να κλείνω δουλειές. Η πρώτη μου δουλειά ήταν σπικάζ για διαφημιστικά επειδή θέλανε μία κοπέλα με κάπως ξένη προφορά αλλά να μην καταλαβαίνουν από που είναι. Έτυχε λοιπόν να είναι πολύ καλοπληρωμένη, να δουλεύω μία ημέρα τον μήνα και να ζω από αυτό. Και αυτό συνεχίστηκε για τέσσερα χρόνια. Έτσι βρήκα τον ατζέντη, πήρα την πρώτη μου άδεια διαμονής για να μπορώ να δουλέψω… Εντωμεταξύ αυτό με στήριζε ώστε να πηγαίνω στις άλλες οντισιόν όπου κυνηγούσα μικρότερες δουλειές αλλά πιο αρτίστικ. Μετά έκανα πολλές διαφημίσεις για την τηλεόραση, στην Αμερική είναι τόσο καλοπληρωμένο αυτό που ένας ηθοποιός μπορεί να ζει έναν χρόνο από μία διαφήμιση. Κυνηγώντας εκατοντάδες διαφημίσεις τον χρόνο, έκανα μία δύο και κατάφερνα να παραμένω στην Αμερική. Ουσιαστικά τα λεφτά ήταν πάντα από τις διαφημίσεις και τα σπικάζ και όλα τα υπόλοιπα τα συμπλήρωναν.

Ίσως να είσαι εκείνη με το πλουσιότερο βιογραφικό αυτήν τη στιγμή στο εξωτερικό.
Ένας πολύ καλός μου φίλος, ο Χρήστος Βασιλόπουλος ως ηθοποιός θεωρώ ότι έχει κάνει πολλές και καλές δουλειές στην Αμερική. Πιο πολλοί άντρες έχουν έρθει σε μας, όχι τόσες κοπέλες.

Όσοι δεν τα καταφέρνουν έξω, γιατί πιστεύεις ότι δεν τα καταφέρνουν;
Έχω μια θεωρία για αυτό. Ο Έλληνας πιστεύω έχει δύο μειονεκτήματα. Το ένα είναι ότι έρχεται πιστεύοντας ότι πρέπει να μοιάσει στους Αμερικανούς και να κυνηγήσει τις δουλειές που κυνηγούν εκείνοι. Προσπαθούν να μοιάσουν, να χαλάσουν την προφορά τους και να γίνει πιο αμερικανική – κάτι που είναι πολύ δύσκολο. Έτσι χάνει αυτό που τον κάνει πιο ξεχωριστό: Όταν καλούν σε οντισιόν κάποιον που είναι Έλληνας ή Ιταλός, νοτιοευρωπαίος, δεν υπάρχουν πολλοί αυθεντικοί. Οπότε κάλλιστα αυτές οι δουλειές θα μπορούσαν να πηγαίνουν στους Έλληνες αλλά οι Έλληνες είναι πολύ απασχολημένοι με το να προσπαθούν να μοιάσουν με τους Αμερικανούς, θεωρούν ότι θα γίνουν ζεν πρεμιέ με το να μοιάσουν στον Τομ Κρουζ ή σε μια συνταγή δοκιμασμένη. Δεν προτάσσουν τις ιδιαιτερότητές τους. Πιστεύουν ότι είναι κακό ότι έχουν προφορά, ενώ υπάρχουν δουλειές για ηθοποιούς με προφορά.

Τις θεωρούν υποδεέστερες και πολλοί γι' αυτό εξαρχής απορρίπτουν το ενδεχόμενο του εξωτερικού.
Η αλήθεια είναι ότι δε θα είναι ζεν πρεμιέ στο Χόλιγουντ, αλλά έτσι κι αλλιώς ακόμα και οι περισσότεροι Αμερικανοί δε θα είναι το πρώτο όνομα. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να είσαι πρωταγωνιστής και να είσαι Έλληνας, είναι όντως ακατόρθωτο. Το σημαντικό όμως δεν είναι αυτό, αλλά το να κάνεις ωραίες δουλειές. 

Και το δεύτερο μειονέκτημα;
Υπάρχει πολλή απελπισία. Έρχονται και έχουν βάλει προθεσμία στον εαυτό τους. Θέλει αρκετά χρόνια και μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που δίνουν στον εαυτό τους η ενέργεια που δίνουν είναι αυτή της απελπισίας και αυτή είναι η χειρότερη σε μία οντισιόν. Ότι «πρέπει οπωσδήποτε να πάρω αυτήν τη δουλειά, αλλιώς τι θα κάνω»; Είναι η λάθος συνταγή από την αρχή. Και αυτό το νιώθουν όλοι, η απελπισία βρωμάει από μακριά.

Έχει να κάνει και με την ηλικία;
Η ηλικία το κάνει ακόμη πιο έντονο. Εγώ πήγα πολύ μικρή και δεν περίμενα ότι θα έμενα.

Μεγαλώνοντας έχεις περισσότερες απαιτήσεις από τον εαυτό σου αλλά και φόβους…
Έχω κι εγώ απελπισία και δε βγάζω τον εαυτό μου έξω από αυτήν τη συνταγή καταστροφής. Όσο μεγαλώνω σίγουρα γίνεται περισσότερη γιατί βλέπω ότι τα περιθώρια στενεύουν.

Και πως τη χαλιναγωγείς;
Πάντα λέω στον εαυτό μου ο καθένας χαράζει το δρόμο του με την ταχύτητα και τον τρόπο που του αρμόζει. Χειρότερο πράγμα από τη σύγκριση δεν υπάρχει. 


Με τον Μάικλ Μπουμπλέ

Αλήθεια, εμφανισιακά σε έχουν συγκρίνει ποτέ με τη Βουγιουκλάκη;
Λέει εδώ ένας φίλος μου, «μα τί σε φώναζα εγώ εδώ πριν λίγο»; Κάνουμε ένα fitting και κάτι μου πέταξε για τη Βουγιουκλάκη. Ναι είναι φοβερό. Κοίτα, έχω πολλά χρόνια να το ακούσω, αλλά όταν ήμουν μικρή το άκουγα αρκετά.

Η αντίδρασή σου ποια είναι συνήθως;
Μικρή ίσως κολακευόμουν κάπως επειδή δεν είχα βρει την ταυτότητά μου αλλά επειδή σαν περσόνα δεν αισθάνομαι ότι έχω πολλά κοινά με τη Βουγιουκλάκη δεν έχω ούτε την τσαχπινιά, δεν είμαι γατούλα, πλέον υψώνω λίγο το ανάστημά μου όταν το ακούω, γελάω. Καταλαβαίνω όμως τι βλέπουν.

Ποια συνεργασία ξεχωρίζεις;
Στο εξωτερικό, κρατάω μέσα μου με θέρμη αυτήν με τον Badalamenti και τον David Lynch. Στην Ελλάδα, τη συνεργασία μου με τον Γιώργο Γεωργόπουλο στην ταινία «Ο Δυσάρεστος» γιατί συνδύασε τις δύο μεγάλες μου αγάπες, τη σύνθεση και τον κινηματογράφο.

Θα περίμενε κανείς να πεις τον Αλ Πατσίνο.
Σκέφτηκα να στο πω, αλλά θα στο έλεγα μόνο για εφέ, όχι επειδή πραγματικά με γέμισε όπως η άλλη. Γιατί με τον Αλ Πατσίνο, είχα ένα μικρό ρόλο σε μια ταινία που σκηνοθετούσε και κάναμε και ένα stage reading μαζί. Το πιο φοβερό ήταν ότι τον γνώρισα, τον είδα να μιλάει, τον προχωράει... Ότι είναι πολύ κοντούλης και έχει ξανθιές ανταύγειες και φωνάζει και γελάει πολύ και δεν έχει καμία συγκέντρωση… Έχει μία ομάδα ανθρώπων που τον συντονίζει για το τί συμβαίνει! Έχουν περάσει και πολλά χρόνια. Αυτό φαντάσου ότι έγινε το 2008.

Πόσο ήσουν τότε;
Γύρω στα 26!


Με τον Άλ Πατσίνο

Με τη Warner Bros πώς έκλεισε το συμβόλαιο;
Το deal έγινε μέσω ενός φίλου μου που ήταν music agent και δικηγόρος, ο οποίος έστειλε το ρεπερτόριό μου στη Warner στην Αμερική. Υπάρχει εκεί πέρα ένα παρακλάδι της Warner που χειρίζεται πιο ανεξάρτητους καλλιτέχνες, τους άρεσε το ρεπερτόριο και το υπέγραψαν για να το βάζουν σε διαφημιστικά, τηλεόραση, ταινίες κλπ. Είναι ακόμα σε ισχύ, εδώ και δύο χρόνια. Εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον, ανανεώνεται κάθε χρόνο.

Η αναγνωρισιμότητα σε ενδιαφέρει;
Δεν είναι το πρώτο πράγμα που με ενδιαφέρει. Κάνουμε όμως ένα πράγμα, είτε αυτό είναι μουσική είτε είναι ηθοποιία που θέλουμε να το δει και να το ακούσει κόσμος, αν σου πω ότι δε με ενδιαφέρει να το γνωρίζει ο κόσμος, που σημαίνει ότι στο τέλος δε θα γνωρίζει εμένα, θα σου έλεγα ψέματα. Οπότε ναι, φυσικά και με ενδιαφέρει όταν συνδυάζεται με κάτι για το οποίο είμαι υπερήφανη. Αλλά όχι ας πούμε να πάω στο Nomads και μετά να πουν «Η Χαρμπίλα ήταν εκεί», δεν θα το έκανα ποτέ.

Στο εξωτερικό βέβαια, είσαι περισσότερο αναγνωρίσιμη από ό,τι στην Ελλάδα.
Στην Ελλάδα, ουσιαστικά πρώτη φορά βρίσκομαι για τόσο καιρό συνεχόμενα. Είμαι έξι μήνες για πρώτη φορά μετά τα 18 μου. Είναι λογικό να έχουν γράψει περισσότερα πράγματα για μένα έξω γιατί εκεί δραστηριοποιούμαι και μένω τόσα χρόνια. 

Έχει να κάνει λίγο και με το είδος που ασχολείσαι;
Έχεις δίκιο, εδώ πέρα ειδικά όσον αφορά στη μουσική δύσκολα εισχωρεί σε ένα μέσο όρο ακροατή το ξένο ρεπερτόριο και αυτό που κάνω εγώ. Αν ακούει κάποια συγκεκριμένα ραδιόφωνα μπορεί και να με ξέρει, αλλά ως εκεί.

Αν έπρεπε να επιλέξεις αναγνωρισιμότητα στο εξωτερικό ή στην Ελλάδα;
Θα επέλεγα το εξωτερικό γιατί εκεί αφενός έχω δώσει τον περισσότερο αγώνα και αφετέρου είναι μία μεγαλύτερη που φέρνει πολύ περισσότερες ευκαιρίες και οικονομικά σε ανταμείβει καλύτερα και μία αναγνώριση στο εξωτερικό ποτέ δε μένει εκεί, έρχεται και στην Ελλάδα.

Υπάρχει Έλληνας καλλιτέχνης που σε αντιπροσωπεύει μουσικά σε μεγάλο βαθμό;
Μ’ αρέσουν πολύ οι Keep Shelly in Athens θεωρώ ότι είμαστε πολύ κοντά στην ατμόσφαιρα που αποπνέει η μουσική που γράφουν. Επίσης, ο Σεραφείμ Τσοτσώνης που συνεργαζόμαστε χρόνια τώρα και έχουμε κοινό ηχητικό αποτύπωμα.

Τι άκουσες τελευταία και έχεις κολλήσει με αυτό;
Μου αρέσει πάρα πολύ ένα καινούριο συγκρότημα που έχει φτιάξει ο Σεραφείμ Τσοτσώνης με την αδερφή του, λέγεται Ocean Hope. Το EP τους θα κυκλοφορήσει στο εξωτερικό από μία εταιρεία στο Σιάτλ. Αυτόν τον καιρό ακούω πολύ Roy Orbison και αποτελεί σταθερή αξία μέσα μου. Τον βάζω πάνω από Sinatra και Elvis για το συναίσθημα, τον λυρισμό και την darkίλα ταυτόχρονα.

Πες μου ένα τραγούδι που κανείς δε θα πιστέψει ότι μπορεί να σου αρέσει.
Θα σου πω κατευθείαν. «Πήγαινέ με όπου θέλεις ταξιτζή». Σκεφτόμουν μάλιστα αν θα ήταν καλή ιδέα να το κάνω cover γιατί θεωρώ ότι είναι ένα κομμάτι genius. Δεν έχει αποδώσει άλλος άνθρωπος με στίχο την απόγνωση μετά από χωρισμό τόσο καλά όσο σε αυτό το κομμάτι. Μπαίνει ένας τύπος στο ταξί και του λέει πήγαινέ με όπου θες.

Ποιο δικό σου τραγούδι είναι πιο πολύ «εσύ»;
Λέγεται Still High. Είναι 80s love song, τελείως.

H Kid Moxie εμφανίζεται σήμερα στην 1η μέρα του Athens Release Festival με τους Richard Ashcroft, Rag 'n' Bone Man, Sworr και Lip Foresincs, αλλά και το Σάββατο 02/06 παρέα με τον dj και μουσικό παραγωγό Luxxury στο Galaxy Bar του Hilton Athens