Μπορεί η ημέρα του Αγίου Βαλνεντίνου να είναι συνυφασμένη με καρδούλες και σοκολατάκια, όπως η πραγματικά συναρπαστική ιστορία της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου δεν αφορά των «έρωτα», αλλά... όπλα και αίμα. Είναι η ιστορία που αφορά την άνοδο και την πτώση του γκάνγκστερ Αλ Καπόνε, ο οποίος έστειλε το δικό του «ερωτικό σημείωμα» στον αντίπαλό του, στα τέλη της δεκαετίας του 1920 Σικάγο.

Στις 14 Φεβρουαρίου του 1929 σε ένα γκαράζ στην οδό 2122 Ν. Κλάρκ, επτά άνδρες παρατάχθηκαν μπροστά σε έναν τοίχο και δέχτηκαν συνολικά 90 σφαίρες .

Ήταν η πιο διαβόητη δολοφονία στην ιστορία των συμμοριών στην Αμερική και πέτυχε το σκοπό της - την εξαφάνιση του τελευταίου αντιπάλου του Αλ Καπόνε, που ζητούσε να πάρει από εκείνον τον... μανδύα του μεγάλου αφεντικού στο Σικάγο.

Μέχρι το 1929, η μόνη πραγματική απειλή του Καπόνε ήταν ο Τζορτζ «Μπαγκς (κοριός)» Μόραν, ο οποίος ήταν επικεφαλής της δικής του συμμορίας και όσων είχαν απομείνει από τη συμμορία του Δον Ο' Μπάνιον. Ο Μόραν είχε από καιρό δηλώσει την αντιπάθεια του προς τον Καπόνε, τον οποίο αποκαλούσε «Το Τέρας».

Στις αρχές του 1929, ο Αλ Καπόνε ζούσε στο Μαϊάμι με την οικογένειά του (για να ξεφύγει από το βαρύ χειμώνα του Σικάγου) όταν τον επισκέφθηκε ο συνεργάτης του Τζακ «Machine Gun» ΜακΓκαρν. Ο ΜακΓκαρν, ο οποίος είχε γλιτώσει πρόσφατα από μια απόπειρα δολοφονίας που διέταξε ο Μόραν, ήθελε να συζητήσει το πρόβλημα που δημιουργούσε η αντίπαλη συμμορία.

Θέλοντας να τελειώνει με την συμμορία του Μόραν οριστικά, ο Καπόνε συμφώνησε να χρηματοδοτήσει μια απόπειρα δολοφονίας και ο ΜακΓκαρν ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση της.

Το σχέδιο και η εκτέλεση

Το σχέδιο του ΜακΓκαρν ήταν προσεκτικό. Βρήκε το αρχηγείο της συμμορίας Μόραν, το οποίο βρισκόταν σε ένα μεγάλο γκαράζ πίσω από τα γραφεία του S.M.C. Cartage Company στην οδό N. Κλαρκ 2122.

Στην συνέχεια επέλεξε ένοπλους έξω από την περιοχή του Σικάγου, για να εξασφαλίσει ότι εάν υπήρχαν επιζώντες, δεν θα ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν τους δολοφόνους ως μέρος της συμμορίας του Καπόνε.

Μετά προσέλαβε τσιλιαδόρους και τους τοποθέτησε σε ένα διαμέρισμα κοντά στο γκαράζ. Επίσης σημαντικό για το σχέδιο, ο ΜακΓκαρν απέκτησε ένα κλεμμένο αστυνομικό αυτοκίνητο και δύο αστυνομικές στολές.

Με το σχέδιο να έχει οργανωθεί και τους δολοφόνους να έχουν προσληφθεί, ήρθε η ώρα να στηθεί η παγίδα. Ο ΜακΓκαρν έδωσε εντολή σε έναν τοπικό διακινητή αλκοόλ να έρθει σε επαφή με τον Μόραν στις 13 Φεβρουαρίου.

Ο διακινητής έπρεπε να πει στον Μόραν ότι είχε παραλάβει ένα φορτίο ουίσκι Old Log Cabin (δηλαδή πολύ καλό ποτό) που ήταν πρόθυμος να πουλήσει στην πολύ λογική τιμή των 57 δολαρίων ανά κασόνι. Ο Μόραν γρήγορα συμφώνησε και είπε στον διακινητή να τον συναντήσει στο γκαράζ στις 10:30 το επόμενο πρωί.

Το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου 1929, οι τσιλιαδόροι (Χάρι και Φιλ Κέιγουελ) παρακολουθούσαν προσεκτικά, καθώς η συμμορία Μόραν έφτασε στο γκαράζ. Περίπου στις 10:30 π.μ., οι τσιλιαδόροι αναγνώρισαν έναν άνθρωπο που κατευθύνονταν στο γκαράζ ως τον Μπαγκς Μόραν. Οι τεσσερις εκτελεστές (Φρεντ Μπουρκ, Τζον Σκαλίζε, Αλμπερτ Ανσέλμι και Τζόσεφ Λολόρντο) επιβιβάστηκαν στο κλεμμένο αστυνομικό αυτοκίνητο κι έφτασαν στο γκαράζ (Ορισμένες αναφορές λένε ότι υπήρχαν πέντε ένοπλοι.)

Δύο από τους ένοπλους ήταν ντυμένοι με αστυνομικές στολές. Όταν μπήκαν στο γκαράζ, οι επτά άνδρες που βρίσκονταν μέσα είδαν τις στολές και σκέφτηκαν ότι ήταν μια αστυνομική επιχείρηση ρουτίνας.

Συνεχίζοντας να πιστεύουν ότι οι ένοπλοι είναι αστυνομικοί, οι επτά άνδρες έκαναν, χωρίς φασαρία, όπως τους είπαν. Παρατάχθηκαν με το πρόσωπο στον τοίχο και επέτρεψαν στους ένοπλους να τους αφαιρέσουν τα όπλα τους.

Οι εκτελεστές του Καπόνε τότε άνοιξαν πυρ. Η δολοφονία ήταν γρήγορη και αιματηρή. Κάθε ένα από τα επτά θύματα δέχτηκε τουλάχιστον 15 σφαίρες, κυρίως στο κεφάλι και στον κορμό.

Οι ένοπλοι στη συνέχεια έφυγαν από το γκαράζ. Οι γείτονες που είχαν ακούσει τους πυροβολισμούς και βγήκαν στα παράθυρά τους, είδαν δύο (ή τρεις, ανάλογα με τις αναφορές) αστυνομικούς που περπατούσαν πίσω από δύο άντρες ντυμένους με πολιτικά ρούχα που είχαν τα χέρια τους σηκωμένα ψηλά.

Οι γείτονες θεώρησαν ότι η αστυνομία είχε πραγματοποιήσει επιδρομή και συνελήφθησαν δύο άνδρες. Μετά την αποκάλυψη της σφαγής, πολλοί συνέχισαν να πιστεύουν για αρκετές εβδομάδες ότι η αστυνομία ήταν υπεύθυνη.

Έξι από τα θύματα πέθαναν στο γκαράζ. Ο Φρανκ Γκούσενμπεργκ μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, αλλά πέθανε τρεις ώρες αργότερα, αρνούμενος να δηλώσει ποιος ήταν υπεύθυνος.

Αν και το σχέδιο είχε κατασκευαστεί προσεκτικά, προέκυψε πάντως ένα σημαντικό πρόβλημα. Ο άνθρωπος που οι τσιλιαδόροι είχαν αναγνωρίσει ως Μόραν ήταν ο Άλμπερτ Γουέινσανκ.

Ο Μόραν, ο κύριος στόχος της δολοφονίας, έφτασε μερικά λεπτά αργοπορημένος στη συνάντηση των 10:30 π.μ. όταν είδε ένα αστυνομικό αυτοκίνητο έξω από το γκαράζ. Σκεπτόμενος ότι ήταν επιδρομή της αστυνομίας, ο Μόραν έμεινε μακριά από το κτίριο, σώζοντας έτσι, χωρίς να το γνωρίζει, τη ζωή του.

Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου το 1929 έγινε πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες σε ολόκληρη τη χώρα. Ο κόσμος ήταν συγκλονισμένος από τη βιαιότητα των δολοφονιών. Η αστυνομία προσπάθησε να βρει τον υπεύθυνο.

Ο Αλ Καπόνε είχε ένα ακλόνητο άλλοθι επειδή είχε κληθεί για ανάκριση στο Μαϊάμι κατά τη διάρκεια της σφαγής.

Ο ΜακΓκαρν είχε αυτό που ονομάστηκε «ξανθό άλλοθι» - ήταν σε ένα ξενοδοχείο με την ξανθιά φίλη του από τις 9 μ.μ. στις 13 Φεβρουαρίου έως τις 3 μ.μ. στις 14 Φεβρουαρίου.

Ο Φρεντ Μπουρκ συνελήφθη από την αστυνομία τον Μάρτιο του 1931, κατηγορήθηκε για τη δολοφονία ενός αστυνομικού τον Δεκεμβρίου του 1929 και καταδικάστηκε σε ισόβια για το έγκλημα αυτό.

Το αποτέλεσμα της σφαγής της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου

Αυτό ήταν ένα από τα πρώτα σοβαρά εγκλήματα στο οποίο χρησιμοποιήθηκε η επιστήμη των βαλλιστικών. Ωστόσο, κανείς δεν καταδικάστηκε για τις δολοφονίες της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου.

Αν και η αστυνομία δεν είχε ποτέ αρκετά στοιχεία για να καταδικάσει τον Αλ Καπόνε, όλος ο κόσμος γνώριζε ότι ήταν υπεύθυνος. Η Σφαγή της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου έφερε τον Καπόνε στο... μικροσκόπιο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Τελικά, συνελήφθη για φοροδιαφυγή το 1931 και εστάλη στο Αλκατράζ.

Με τον Καπόνε στη φυλακή, ο ΜακΓκαρν έμεινε εκτεθειμένος. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1936, σχεδόν επτά χρόνια από την ημέρα της Σφαγής του Αγίου Βαλεντίνου, ο ΜακΓκαρν πυροβολήθηκε σε μια αίθουσα μπόουλινγκ.

Ο Μόραν ήταν αρκετά συγκλονισμένος από το περιστατικό. Έμεινε στο Σικάγο μέχρι το τέλος της Απαγόρευσης και συνελήφθη το 1946 για κάποιες μικρές ληστείες τραπεζών. Πέθανε στη φυλακή από καρκίνο του πνεύμονα.

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στις 12 Φεβρουαρίου του 2018