Η Μπριζίτ Μπαρντό είναι η γυναίκα χάρη στην οποία η Γαλλία κατάφερε να μείνει στην ιστορία ως η χώρα που γέννησε τη μόδα και το στυλ.  Ξανθιά, μινιόν, με σώμα σε σχήμα κλεψύδρας, ζουμερά χείλη και με την πρόκληση να κυλάει στο αίμα της, έγινε το απόλυτο σύμβολο του σεξ των δεκαετιών του ’50 και του ’60.

Οι θαυμαστές της; Πολλοί. Οι πολέμιοί της; Ακόμα περισσότεροι. Όλοι, όμως, παραδέχονται πως η Μπριζίτ υπήρξε η πρώτη γυναίκα - σύμβολο της Γαλλίας με τις Κατρίν Ντενέβ και Ινές ντε Λα Φρεσάνζ να ακολουθούν.

Η γέννηση του θρύλου

Η Μπριζίτ Άννα Μαρία Μπαρντό έρχεται στον κόσμο στις 28 Σεπτεμβρίου του 1934 στο Παρίσι. Ο μπαμπάς της ήταν πλούσιος βιομήχανος και ιδιοκτήτης των εργοστασίων Μπαρντό, ενώ η μητέρα της είχε αφοσιωθεί στην ανατροφή των παιδιών της, της Μπριζίτ και της μεγαλύτερης αδερφής της, Μαρί Ζαν.

Προερχόμενη από μία ιδιαιτέρως ευκατάστατη οικογένεια, ακολούθησε το γαλλικό πρότυπο της εποχής με κλασσικό χορό και ωδείο, ενώ χάρη στην αγάπη της μητέρας της για τη μόδα και το θέατρο, μπήκε από πολύ μικρή στον χώρο του θεάματος.

Οι επαφές των γονιών της τής ανοίγουν τον δρόμο για να γνωρίσει πολλούς σημαντικούς ανθρώπου της μόδας, του θεάτρου και του κινηματογράφου, τους οποίους η φιλόδοξη Μπριζίτ θα χρησιμοποιούσε αργότερα για να εδραιωθεί στον κόσμο των φώτων και της δόξας.

Ηθοποιός για χάρη… του συζύγου της

Παρόλα αυτά, δεν κυνήγησε ποτέ την δημοσιότητα. Δεν χρειάστηκε. Το 1950, σε ηλικία 16 ετών, η Μπαρντό κάνει το πρώτο της εξώφυλλο στο γαλλικό Elle, όπου είχε πιάσει δουλειά μέσω της καλής φίλης της μητέρας της και διευθύντριας του περιοδικού,  Ελέν Λαζαρέφ.

Από εκείνη τη στιγμή ο κόσμος του Παρισιού ξεκινά να σιγοψυθυρίζει το όνομά της και η Μπριζίτ ετοιμάζεται να δεχθεί την απόλυτη επιτυχία. Το διάστημα εκείνο ερωτεύεται για πρώτη φορά στην ζωή της, τον βοηθό σκηνοθέτη Ροζέ Βαντίμ, τον οποίο μάλιστα παντρεύεται δύο χρόνια αργότερα  παρά τις έντονες αντιδράσεις των γονιών της.

Ο άνθρωπος αυτός έμελλε να χαρίσει στη Μπαρντό την πρώτη μεγάλη της επιτυχία, όταν έχοντας γίνει πια σκηνοθέτης, της δίνει τον πρώτο της μεγάλο ρόλο στην ταινία - σταθμό της καριέρας της «Και ο Θεός... έπλασε τη Γυναίκα». Πριν από αυτή, είχαν προηγηθεί 16 ακόμα ταινίες όπου η Μπαρντό είχε μικρούς –και αδιάφορους- ρόλους. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως έγινε ηθοποιός από... έρωτα καθώς δεν ήθελε να χαλάσει το χατίρι του συζύγου της.

Η καριέρα της απογειώθηκε, οι δημοσιογράφοι την κυνηγούσαν σε κάθε της βήμα, τα εκατομμύρια που κέρδιζε ήταν πολλά, ενώ κατάφερε να γίνει η πρώτη γυναίκα που με το στυλ της «έχτισε» τη γαλλική μόδα της εποχής. Η θρυλική BeBe με το αξεπέραστο στυλ και την έντονη προσωπικότητά της έφερε την επανάσταση στα ήθη της Γαλλίας, καθώς το όνομά της συνδέθηκε με την γυναικεία ανεξαρτησία και την σεξουαλική απελευθέρωση σε μια μεσοπολεμική και άκρως συντηρητική εποχή.

Σεξουαλικότητα στα άκρα με πολλούς εραστές και ερωμένες

Η Μπριζίτ ήταν η πρώτη γυναίκα που απενοχοποίησε τη γυναικεία σεξουαλικότητα στη συντηρητική Γαλλία, καθιερώνοντας το μπικίνι, το έντονο μακιγιάζ και τα προκλητικά για την εποχή ρούχα. Το κορίτσι αυτό ήταν αδύνατο να περάσει απαρατήρητο, καθώς σε κάθε του βήμα ο αισθησιασμός που απέπνεε τρέλαινε οποιονδήποτε βρισκόταν στον δρόμο της.

Όταν χώρισε με τον Ροζέ Βαντίμ και έχοντας κάνει ήδη δύο εκτρώσεις -διότι όπως παραδεχόταν «δεν ήταν γεννημένη μητέρα»-, το κρεβάτι της φιλοξένησε κατά καιρούς δεκάδες άντρες αλλά… και γυναίκες. Το 2000 έδωσε το «παρών» στην κηδεία του στο Σαιν Τροπέ, μαζί με τις τέσσερις ακόμα συζύγους του σκηνοθέτη: Την Κατρίν Ντενέβ, τη Τζέιν Φόντα, την Ανέτ Στρόιμπεργκ και την Κάθριν Σνάιντερ. Απο όλες είχε πάρει διαζύγιο.

Η Μπαρντό ήταν η λολίτα που εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη θηλυκότητα, το κορμί και το μυαλό της για να κατακτήσει τους άντρες, τα χρήματα και τις δουλειές που επιθυμούσε. Υπήρξε απελευθερωμένη όσο λίγες γυναίκες τόλμησαν να δηλώσουν την εποχή εκείνη και πλήρως ικανοποιημένη με τον εαυτό της.

Οι εκτρώσεις και το παιδί που ποτέ δεν αγάπησε

Η επόμενη «επίσημη» σχέση της μετά τον Ροζέ Βαντίμ, ήταν με τον με τον κωμικό Ζακ Σαριέρ, τον οποία αναγκάστηκε να παντρευτεί όταν έμεινε έγκυος στο παιδί του το 1959.

Στην πραγματικότητα η Μπριζίτ ούτε να παντρευτεί ήθελε, ούτε να φέρει στον κόσμο παιδιά. Ο μικρός Νίκολας μπήκε με το «έτσι θέλω» στη ζωή της μητέρας του και παρότι η BeBe έψαχνε μανιωδώς να βρει γιατρό για την έκτρωση, κανένας δεν αναλάμβανε να την απαλλάξει από το «βάρος» του παιδιού της, καθώς οι προηγούμενες εκτρώσεις που είχε κάνει της είχαν προκαλέσει σοβαρά γυναικολογικά προβλήματα.

«Δεν είμαι αρκετά ώριμη για να μεγαλώσω ένα παιδί και να το φροντίσω. Ξέρω πως είναι απαίσιο να παραδέχομαι κάτι τέτοιο, αλλά αυτό ισχύει», δήλωνε το απόλυτο θηλυκό των 60’s και ποτέ δε ντράπηκε για την απόσταση που κρατούσε από το παιδί της. «Δεν με ενδιαφέρει. Δεν θέλω να το ξαναδώ», δήλωσε μόλις οι γιατροί της ανακοίνωσαν πως γέννησε ένα υγιέστατο αγοράκι.

Μόλις χώρισε, παραχώρησε την κηδεμονία του στον Σαριέρ και έκτοτε τον είδε ελάχιστες φορές σε τυπικές και αναγκαίες συναντήσεις. Δεν τον ήθελε και ήταν προφανές.

Όπως προφανές ήταν και το ότι ο γάμος της με τον πατέρα του δεν θα κρατούσε. Όσα αναφέρει στην αυτοβιογραφία της μιλούν από μόνα τους: «Δεν αγαπούσα αρκετά τον Ζακ για να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί του. Φοβόμουν να βρεθώ μόνη και ανύπαντρη μητέρα. Εξάλλου από τους δυο μας, εκείνος ήταν αυτός που είχε το μητρικό ένστικτο»…

Μπριζίτ και άντρες: «Κανείς τους δεν είναι πιο μάγκας από μένα»

Στην πραγματικότητα, οι πιθανότητες του Ζακ Σαριέρ να κρατήσει την Μπριζίτ δίπλα του ήταν μηδαμινές. Για τη γυναίκα αυτή έπεσαν στα πατώματα οι πιο ακριβοπληρωμένοι καλλιτέχνες, οι ωραιότεροι άντρες της εποχής, πολιτικοί και πάμπλουτοι επιχειρηματίες. Ο Τζον Λένον, ο Πωλ ΜακΚάρτνεϊ, ο Μπομπ Ντίλαν και ο Βλάντιμιρ Πούτιν είναι μόλις μερικοί από εκείνους που ήταν έτοιμοι να της χαρίσουν την ζωή και την περιουσία τους. Η Μπριζίτ, όμως, δήλωνε συνεχώς απογοητευμένη από τους άντρες που την πλησίαζαν γιατί κανένας δε μπόρεσε να είναι πιο «μάγκας» από εκείνη.

Αυτός ήταν και ο λόγος που χώρισε από τον τρίτο σύζυγό της, τον πάμπλουτο Γερμανό Γκίντερ Ζακς, τον οποίο παράτησε όταν γνώρισε τον μουσικό Σερζ Γκαϊνσμπούρ που συνέθεσε για εκείνη πάνω από 50  τραγούδια μεταξύ των οποίων και το πασίγνωστο «Je t'aime… moi non plus». Η καριέρα της απογειώνεται το 1963, στα 27 της χρόνια, όταν πρωταγωνιστεί στην ταινία «Περιφρόνηση» του Ζαν Λικ Γκοντάρ, με τον Μισέλ Πικολί και τον Τζακ Πάλανς.

Έχει αποκτήσει πλέον τόσα χρήματα και τέτοια φήμη  που μέχρι και ο πολιτικός Φρανσουά Μιτεράν παραδέχεται πως η Μπριζίτ Μπαρντό φέρνει τόσο συνάλλαγμα στην Γαλλία όσο και η βιομηχανία Renault.

Το Χόλιγουντ παρακαλάει για μία και μόνο ταινία μαζί της, όμως εκείνη αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει τη Γαλλία, μένοντας το άπιαστο όνειρο πολλών σεναριογράφων, σκηνοθετών και συμπρωταγανωνιστών μεταξύ των οποίων και ο Μάρλον Μπράντο.

Το «μίσος» των γυναικών και η απόπειρα αυτοκτονίας

Η λατρεία των αρσενικών προς το πρόσωπό της, είχε εξοργίσει τις συντηρητικές γυναίκες της εποχής, οι οποίες υποστήριζαν πως η Μπαρντό «γινόταν πλούσια πετώντας τα ρούχα της».

Προσβλητικές χειρονομίες και λέξεις ήταν καθημερινότητα για την ξανθιά Γαλλίδα, ενώ τα πράγματα είχε τύχει να φτάσουν και στα άκρα όταν μια γυναίκα της επιτέθηκε στον δρόμο και προσπάθησε να τη μαχαιρώσει. Η Μπαρντό προσπαθεί να αυτοκτονήσει κόβοντας της φλέβες της, με τις εφημερίδες της εποχές να… ξεσαλώνουν με προκλητικούς τίτλους, κάνοντας λόγο για το σκληρό τίμημα της δόξας.

Πλέον, είχε γίνει για τα καλά στόχος. Ήταν το 1961 όταν η τρομοκρατική ομάδα με την ονομασία «O. A. S.» απείλησε πως θα ανατινάξει το σπίτι της. Για να την αφήσουν ήσυχοι, οι τρομοκράτες της ζήτησαν 50 χιλιάδες φράγκα, με την ίδια να αρνείται να υποκύψει στους εκβιασμούς των τρομοκρατών. Σωστή κίνηση –όπως αποδείχτηκε- καθώς κανείς δεν τόλμησε να αγγίξει ξανά ούτε την ίδια, ούτε το σπίτι της.

Η Μπριζίτ ύστερα από αυτό, είχε κερδίσει την εύνοια του κόσμου.

«Αν συνέχιζα, θα είχα την κατάληξη της Μέριλιν»

Στο απόγειο της δόξας και της καριέρας της, το 1973, εγκαταλείπει τη μεγάλη οθόνη και το καλλιτεχνικό στερέωμα μια για πάντα.

Ήταν μια απόφαση που δεν μετάνιωσε ποτέ και που την έκανε σύμφωνα με τα λεγόμενά της να βρει το νόημα της αληθινής ζωής μακριά από όλα τα δήθεν της σόουμπιζ. Το «σύνδρομο της Λολίτας», όπως το αποκαλούσε η Σιμόν ντε Μπoβουάρ, την είχε εγκαταλείψει, παρότι η Μπριζίτ ήταν η γυναίκα για την οποία αναλύθηκε το εν λόγω φαινόμενο.

«Ευτυχώς που τα παράτησα νωρίς. Αν συνέχιζα θα είχα την κατάληξη της Μέριλιν Μονρόε και της Ρόμι Σνάιντερ», παραδέχεται μετά την τέταρτη απόπειρα αυτοκτονίας της. Τα φώτα και οι άντρες έπαψαν να την συγκινούν και όπως λέει η ίδια για την ταραγμένη της ερωτική ζωή «γνώρισε τους άντρες και αγάπησε τα ζώα».

Και η αλήθεια είναι πως τα αγάπησε πολύ. Τα αγάπησε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είχε καταφέρει να αγγίξει την καρδιά της. Το ίδρυμα «Μπριζίτ Μπαρντό» που ιδρύθηκε το 1986 και μάχεται για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ζώων, το αποδεικνύει περίτρανα.

Όλο το ενδιαφέρον, ο χρόνος και η περιουσία της έχουν αφιερωθεί στα ζώα, ενώ οι μάχες που έχει δώσει με Αμερικανούς, Ρώσους, Ρουμάνους, Ουκρανούς και Ιάπωνες για την προστασία και τη διάσωσή τους ανέρχονται σε δεκάδες.

«Χάρισα τα νιάτα και την ομορφιά μου στους άντρες, όμως την αγάπη μου την χαρίζω πλέον μόνο στα ζώα», ξεκαθαρίζει και δεν διστάζει να πουλήσει σε δημοπρασίες ακόμα και προσωπικά της αντικείμενα συλλεκτικά, τεράστιας αξίας, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τα φιλοζωικά προγράμματα του ιδρύματός της.

Από τους εραστές και τις φωτογραφίσεις στην Ακροδεξιά

Πλέον, η μόνη της συντροφιά είναι ο τέταρτος σύζυγός της, Μπερνάρ ντ’ Ορμάλ, με τον οποίο ζει μόνιμα στο Σαιν Τροπέ από το 1992 και τα ζώα που έχει υπό την προστασία της. Έχει επιλέξει να επιτρέψει στον χρόνο να αφήσει τα σημάδια του επάνω της, αρνούμενη να επέμβει χειρουργικά στο πρόσωπό της και δηλώνει πιο γεμάτη από ποτέ.

Μια γυναίκα σαν κι αυτή, θα ήταν αδύνατο να σταματήσει να απασχολεί ακόμα και στην ηλικία των 82 χρόνων, έτσι σε κανένα δεν προκάλεσε εντύπωση η ακροδεξιά της πολιτική νοοτροπία που τοποθετεί την Γαλλία στο βάθρο και καταδικάζει τους μετανάστες. Πολλά πρόστιμα, ποινές και αρνητικά σχόλια περίμεναν την Μπαρντό στην γωνία για την ρατσιστική της συμπεριφορά, αλλά η ίδια δεν ανακάλεσε ποτέ τίποτα από όσα είχε πει.

Το μόνο σίγουρο είναι πως η Μπριζίτ Μπαρντό ενέπνευσε, δίδαξε και σηματοδότησε την επιτυχία της γαλλικής μόδας και του προκλητικού κλασσικού στυλ όσες ελάχιστες γυναίκες της εποχής θα είχαν τολμήσει. Σχεδιαστές, μόδιστροι, κομμωτές και μακιγιέρ έχουν στήσει ολόκληρες βιομηχανίες βασισμένες επάνω της, με την ίδια να δηλώνει πως «υπήρξε απλά ο εαυτός της».

Αυτό ήταν και το μυστικό της επιτυχίας της: Ότι πόνταρε στην Μπριζίτ και όχι στη Μπαρντό για να κερδίσει το κοινό της. Και τα κατάφερε.