Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτικού Ανδρέα Παπανδρέου είναι πως κατάφερνε να εμπνέει έντονα και αμφιλεγόμενα συναισθήματα κι αυτό δεν αφορούσε μόνο το εσωτερικό της χώρας, αλλά και το εξωτερικό.

Πέτυχε να ανέβει στην εξουσία επενδύοντας στη δίψα της Ελλάδας για αλλαγή και οι πατριωτικές του ιαχές έμοιαζαν με την πολυπόθητη απάντηση στο αίτημα της πολυετούς αίσθησης των Ελλήνων ότι ήταν παρεξηγημένοι και αδικημένοι από το διεθνές στερέωμα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε τη μοναδική ικανότητα να έρχεται σε σύγκρουση με το Δυτικό κόσμο, όμως τελικά να διατηρεί πολύ καλές σχέσεις μαζί του.

Πήρε θέσεις διαμετρικά αντίθετες από τις δικές τους για ζητήματα που κυμαίνονταν από τη σερβική επίθεση στη Βοσνία μέχρι το ρόλο του ΝΑΤΟ. Παράλληλα όμως φρόντισε να μην τους δίνει δικαίωμα να βλέπουν τη χώρα μας ως αντίπαλο, διατηρώντας τις δυτικές συμμαχίες, παραμένοντας στο ΝΑΤΟ και επιτρέποντας την παραμονή των στρατιωτικών βάσεων.

Είναι συνεπώς δύσκολο να πούμε ακριβώς τι υποστήριξε ο Παπανδρέου. Ως νεαρός συνελήφθη ως τροτσκιστής. Πήγε στην Αμερική το 1938, όπου κι έγινε ένας φιλελεύθερος οικονομολόγος. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά από δύο δεκαετίες, μόνο για να εξοριστεί και πάλι το 1967 (μετά από οκτώ μήνες φυλάκισης). Όταν η χούντα των συνταγματαρχών κατέρρευσε, επέστρεψε το 1974 και ίδρυσε το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, γνωστό ως ΠΑΣΟΚ. Κι αν το καταστατικό του νέου κόμματος έμοιαζε να έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στο μαρξισμό, η ρητορική του Παπανδρέου ακούγονταν συχνά έντονα εθνικιστική και σοσιαλιστική. Με την πάροδο των χρόνων η ρητορική του άλλαξε αρκετές φορές, πάντα σύμφωνα με την πολιτική καταλληλότητα της στιγμής.

Η αντιαμερικανική ρητορική του ήταν έντονη μέχρι το 1981, παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μια χώρα στην οποία πέρασε ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Είχε υπηρετήσει στο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ, αποφοίτησε από το κολέγιο εκεί, εργάστηκε, παντρεύτηκε με Αμερικανίδα υπήκοο.

Ο πυρήνας της εξωτερικής πολιτικής του ήταν να βάλει ένα τέλος στην κατάσταση της Ελλάδας ως «χώρα-πελάτη της Δύσης» όπως έλεγε. Ως αποτέλεσμα, αρνήθηκε να καταδικάσει τη σοβιετική παρέμβαση στο Αφγανιστάν και απειλούσε πως θα αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ, τα Ηνωμένα Έθνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έσπασε τις ευρωπαϊκές πιστώσεις για την Τουρκία κι ενώ οι άλλοι δυτικοί ηγέτες απέφευγαν τη Λιβύη και τη Γιουγκοσλαβία, εκείνος βελτίωσε τους δεσμούς του εκεί. Στον βοσνιακό πόλεμο υποστήριξε τη Σερβία, έναν μακροπρόθεσμο σύμμαχο, και αντιτάχθηκε στις κυρώσεις που της επιβλήθηκαν.

Μέχρι την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν ιδιαίτερα επιδέξιος στο να εκμεταλλεύεται κεφάλαια από δυτικές κυβερνήσεις που ήθελαν να προστατεύσουν τη νοτιοανατολική πλευρά της Ευρώπης στα Κομμουνιστικά Βαλκάνια.

Από την εξορία του το 1967, πρώτα στη Σουηδία, στη συνέχεια στον Καναδά, ο Παπανδρέου οργάνωσε συνασπισμό αντιπολιτευτικών ομάδων και καταδίκασε την αμερικανική κυβέρνηση για «συνέργεια» στο στρατιωτικό πραξικόπημα. Εξέφρασε την πεποίθησή του ότι η Ουάσιγκτον υποστήριξε τη στρατιωτική δικτατορία του 1968-74.

Σε άρθρο του στο The New York Times το 1972, έγραψε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενέκριναν πρωθυπουργούς, παρενέβησαν στις εκλογές και στις στρατιωτικές προωθήσεις και «έλεγχαν την Ελληνική Υπηρεσία Πληροφοριών».

Το 1974, όταν η Ελλάδα τραυματίστηκε από την εισβολή της Τουρκίας στη Βόρεια Κύπρο, ο ίδιος και πολλοί άλλοι πείσθηκαν για άλλη μια φορά ότι η Ουάσιγκτον ήξερε για τα στρατιωτικά σχέδια της Τουρκίας και μπορούσε να τους σταματήσει. Η πεποίθηση ότι σε γενικές γραμμές η Ουάσινγκτον ευνόησε την Τουρκία έναντι της Ελλάδας κατά την πολυετή τους μάχη τροφοδότησε περισσότερο αντι-αμερικανισμό.

Μια άλλωστε από τις κορυφαίες ιστορικές ατάκες του αφορά την σχέση εμ τη Δύση. Σε απάντηση της δήλωσης του Κωνσταντίνου Καραμανλή πως «Η Ελλάδα ανήκει στη Δύση» ο Παπανδρέου είχε πει: «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες».

Μόλις ανέλαβε καθήκοντα μετά τις εκλογές του 1981, ο Παπανδρέου ενόχλησε λοιπόν αρχικά κι άλλο τη Δύση ανοίγοντας ελληνική πρεσβεία στην Κούβα και χορηγώντας διπλωματικό καθεστώς στον Οργανισμό Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης.

Πίσω από τις ουδέτερες όμως αυτές χειρονομίες του, η εξωτερική πολιτική του Παπανδρέου ήταν προσεκτική, σχεδόν συντηρητική. Συνέχισε να κρατά την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ, αλλά αρνήθηκε να συμμετάσχει σε ορισμένες ασκήσεις. Διατήρησε την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποκτώντας έτσι σημαντικές γεωργικές επιδοτήσεις. Παράλληλα όμως έδωσε στην Ουάσινγκτον αυτό που δεν κατάφερε να αποκτήσει από τον δεξιό προκάτοχό του: μια πενταετή ανανεώσιμη συμφωνία για τη διατήρηση τεσσάρων στρατιωτικών βάσεων και αρκετών μικρότερων εγκαταστάσεων στην ελληνική επικράτεια.

Θεωρήθηκε ο άνθρωπος της αλλαγής σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης και της εξωτερικής πολιτικής. Ο Ανδρέας Παπανδρέου προκαλούσε έντονα πάθη και σε αυτόν τον τομέα με τους ξένους ηγέτες είτε να τον θεωρούν εχθρό, είτε έναν πιστό φίλο με τον οποίο ανέπτυσσαν και προσωπική σχέση.

Στις προεκλογικές του ομιλίες υπόσχονταν να αναπροσαρμόσει τις σχέσεις της χώρας με τις ΗΠΑ, το ΝATO και τη ΕΟΚ, της οποίας η Ελλάδα έγινε πλήρες μέλος το ίδιο έτος που εκείνος ανέλαβε την εξουσία.

Σύμφωνα με τις απόψεις του Παπανδρέου, η Ελλάδα ήταν μέρος τριών κύκλων: Της Ευρώπης, των Βαλκανίων και της Μεσογείου. Αυτοί ήταν οι πυρήνες της αποκαλούμενης «Μεσογειακής πολιτικής» του, η οποία έδινε μεγαλύτερη σημασία στο Βορρά και το Νότο και λιγότερο προς την Ανατολή και τη Δύση.

Ο όρος «Μεσογειακή» χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για να περιγράψει τις σχέσεις με τους «Μεσογειακούς ανθρώπους», ειδικά «το Αραβικό Έθνος», κι όχι τον «Αραβικό κόσμο» όρος που χρησιμοποιούνταν από τους (συντηρητικούς) προκατόχους του μέχρι τότε.

Ο Παπανδρέου πίστευε στις καλές σχέσεις με τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της διατηρούσε βασιζόμενος στη γεωγραφική εγγύτητα, στην παρουσία ελληνικών κοινοτήτων, στην οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων υπηκόων στις αραβικές χώρες, αλλά και στην ύπαρξη τριών ορθόδοξων Πατριαρχείων (Αλεξάνδρεια, Ιερουσαλήμ και Αντιόχεια),.

Αυτό που φάνηκε νέο στις απόψεις του Παπανδρέου ήταν η ουδέτερη στάση του και η η ουσία που προσέδωσε στην ιδέα ότι η Ελλάδα είναι αναπόσπαστο μέρος του μεσογειακού κόσμου, με την έννοια ότι είναι ταυτόχρονα μια Ευρωπαϊκή και αναπτυσσόμενη χώρα.

Ήταν εκείνος που κάλεσε τις χώρες της Μεσογείου να συνεργαστούν για πρώτη φορά, μια ιδέα που εφάρμοσε και πάλι μετά από πολλά χρόνια ο σημερινός πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Είχε εξαιρετικές σχέσεις με τη Γαλλία και συγκεκριμένα τον Φρανσουά Μιτεράν που ήταν επίσης ο πρώτος Σοσιαλιστής Πρόεδρος της χώρας. Και οι δύο παρουσιάζονταν ως οι άνθρωποι της αλλαγής στις αντίστοιχες χώρες τους. Τα δύο τα κόμματα είχαν στενές επαφές ως μέλη του δίκτυου των σοσιαλιστικών δυνάμεων της Νότιας Ευρώπης που αναπτύχθηκε μετά την πτώση των δικτατοριών στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία και συνδέθηκαν περαιτέρω μετά τη διάσκεψη της Μάλτας του 1977.

Στη Μέση Ανατολή υπήρχαν θεμελιώδεις διαφορές όμως. Οι Γάλλοι σοσιαλιστές, αντίθετα με τους Έλληνες συντρόφους τους, είχαν επαφές τόσο με τους εκπροσώπους της ΟΑΠ στη Γαλλία όσο και με τα ισραηλινά σοσιαλιστικά κόμματα. Την ίδια ώρα στην Αθήνα Γιασέρ Αραφάτ, φορώντας μια στολή μάχης και υποσχόμενος συνεχή αντίσταση σε αυτό που περιέγραψε ως «βάρβαροι, άγριοι» Ισραηλινοί, αγκαλιάζονταν με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Ένας εκπρόσωπος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης δήλωνε ότι ο Αραφάτ επέλεξε την Ελλάδα αντί μιας αραβικής χώρας ως την πρώτη του στάση για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του στον αραβικό κόσμο και να τονίσει ότι η κυβέρνηση της Αθήνας προσέφερε περισσότερη βοήθεια από οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Ήταν εκείνος που τόλμησε να φέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τη Δύση τους Άραβες, να φτιάξει τις σχέσεις του Καντάφι και του Αραφάτ με τους Αμερικανούς και τους Ισραηλινούς κερδίζοντας στις αρχές του ’80 τον σεβασμό κορυφαίων προσωπικοτήτων του πλανήτη.

Στις 15 Νοεμβρίου του 1984, το ξενοδοχείο Ελούντα, που είχε κλείσει για χειμώνα, ανοίγει τις πόρτες του για να υποδεχθεί τον συνταγματάρχη Μουαμάρ Καντάφι και τον πρόεδρο της γαλλικής δημοκρατίας Φρανσουά Μιτεράν.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου βάζει στο ίδιο τραπέζι τους δύο ηγέτες και εκείνη η διαπραγμάτευση θα καταλήξει στην περιβόητη «Συμφωνία της Ελούντας».

Έκτοτε οι σχέσεις της χώρας με τους Άραβες απέκτησαν μια μεγάλη δυναμική και μάλιστα πολλοί μέχρι σήμερα υποστηρίζουν πως ήταν αυτές οι σχέσεις που «έσωσαν» την Ελλάδα από ένα σωρό περιπέτειες στο μέλλον που αφορούν τρομοκρατικές οργανώσεις και επιθέσεις.

Οι ιδέες του Παπανδρέου για τις διεθνείς υποθέσεις ήταν ένα μείγμα των παγκόσμιων αντιλήψεων που διαμορφώθηκαν στις ΗΠΑ και των προσωπικών του εμπειριών σε τοπικό επίπεδο.

Πίστευε πως δεν μπορεί κανείς να δει τη Μεσόγειο και την Ελλάδα χωρίς να περικλείει την πραγματικότητα των Ελλήνων. Κατάφερε να ισορροπήσει μεταξύ Δύσης και Ανατολής με έναν τρόπο που έδειχνε φυσικά την πολιτική ευφυΐα του.

Σχετικά άρθρα