Συνειδητά ή όχι έγιναν σύμβολα κατά του ρατσισμού. Τρεις από τους έξι, πλήρωσαν με την ζωή τους την δράση τους στο κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα. Άλλοι φυλακίστηκαν για λίγο και άλλοι πέρασαν έγκλειστοι μεγάλο μέρος της ζωής τους. Σε όλες τις περιπτώσεις κυνηγήθηκαν για την επιλογή τους να μην σκύψουν το κεφάλι απέναντι στους καταπιεστές τους και να δείξουν τον δρόμο του αγώνα για την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους. Το Reader.gr με αφορμή την ημέρα κατά του ρατσισμού, θυμάται τις 6 προσωπικότητες που έβαλαν την «σφραγίδα» τους στην μάχη κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων, που ακόμα δεν έχει κερδηθεί.

Μάλκολμ X

Πρόκειται πιθανότατα για την πιο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων. Μεγάλωσε σε μαύρο γκέτο, σε ανάδοχες οικογένειες καθώς o πατέρας του σφαγιάστηκε από ρατσιστική οργάνωση, ενώ η μητέρα του ήταν τρόφιμη ψυχιατρείου. Πολύ νωρίς βρέθηκε στη φυλακή για διάρρηξη.

Εντάχθηκε στο «Έθνος του Ισλάμ», που δεν ήταν ακριβώς… αντιρατσιστική οργάνωση. Αντίθετα κήρυττε την υπεροχή των μαύρων έναντι των λευκών, ενώ αποσκοπούσε στην απόσπαση πολιτειών από τις ΗΠΑ και την μετατροπή τους σε φυλετικά καθαρό κράτος των Αφροαμερικανών. Ο Μάλκολμ Λίτλ, άλλαξε και το όνομά του, όπως όλα τα μέλη του κινήματος, εγκατέλειπαν «τα επώνυμα που τους έδωσαν οι λευκοί αφεντάδες» βαφτιζόμενοι με μουσουλμανικά ονόματα, συνοδεύοντάς το με το γράμμα Χ.

Ο Μάλκολμ Χ αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή του «Έθνους του Ισλάμ», εκφράζοντας το πιο αριστερό τμήμα της οργάνωσης, ενώ στρατολόγησε σε αυτήν και την πιο διάσημη προσωπικότητά της, τον πυγμάχο Κάσιους Κλέι, που άλλαξε το όνομά του, σε Μοχάμεντ Άλι. 

Αποχώρησε από την οργάνωση το 1964, λέγοντας πως «υπήρξα ένα ζόμπι» και αποκηρύσσοντας τον ρατσισμό που εκείνη κήρυττε. Δραστηριοποιήθηκε πλέον στις μαζικές κινητοποιήσεις, χωρίς όμως να απορρίπτει και τρομοκρατικές μεθόδους. Ο «μαύρος Σπάρτακος», όπως πολύ εύστοχα τον είχε αποκαλέσει η Le Monde, εκτελέστηκε μπροστά στους οπαδούς του, από τρια ένοπλα μέλη του «Έθνους του Ισλάμ». 

Νέλσον Μαντέλα

Γεννιέται το 1918 στη Νότια Αφρική που εκείνη την εποχή αποτελεί βρετανική αποικία. Αν και πρόκειται για χώρα με 75% μαύρων, το Απαρτχάιντ που εφαρμόστηκε το 1948 δεν ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία. Αντίθετα, με νόμο του κράτους από το 1913 κιόλας, μόλις το 7% της συνολικής έκτασης της χώρας αποδίδεται σε μαύρους. 

Το όνομα που παίρνει αρχικά ο Μαντέλα, το Rolihlahla, σημαίνει ταραχοποιός, ο ίδιος όμως δεν τον… δικαιολογεί. Μεγαλώνει σε βασιλική οικογένεια και αρχικά δεν είναι αντίθετος στην βρετανική κυριαρχία. Αποβάλλεται από το πανεπιστήμιο που φοιτούσε όταν παίρνει μέρος στο μποϊκοτάζ του Φοιτητικού Συλλόγου ενάντια στην ποιότητα των τροφίμων. 

Προσπαθώντας να αποφύγει συνοικέσιο που του έχει ετοιμάσει ο θετός του πατέρας, φεύγει από το Κέιπ Τάουν προς το Γιοχάνεσμπουργκ, όπου εργάζεται ως νυχτοφύλακας ορυχείων. Κατά καιρούς, παρακολουθεί διαδικασίες του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας, όπου του προκαλεί τρομερή εντύπωση ότι Ευρωπαίοι, Αφρικανοί και Ινδοί αντιμετωπίζονται ισότιμα. 

Δεν θα ενταχθεί σ’ αυτό, καθώς ο αθεϊσμός του κόμματος έρχεται σε αντίθεση με τη δική του χριστιανική πεποίθηση αλλά και επειδή θεωρεί πως ο «πόλεμος» στη Νότια Αφρική, δεν είναι ταξικός αλλά φυλετικός. Αντίθετα, θα οργανωθεί στο Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο, ενώ θα ταχθεί και κατά των διαφυλετικών κινητοποιήσεων με συμμετοχή και κομμουνιστών. 

Μετά τις εκλογές του 1948, όπου συμμετείχαν μόνο λευκοί ψηφοφόροι και την επιβολή του Απαρτχάιντ, από το Εθνικό Κόμμα που τις κέρδισε και με δεδομένη την επιτυχία τέτοιων κινητοποιήσεων, ο Μαντέλα θα ριζοσπαστικοποιηθεί διαβάζοντας Μαρξισμό. Παρόλα αυτά, το κόμμα του υποστηρίζει την μη βίαιη αντίσταση, στη λογική που δίδαξε ο Μαχάτμα Γκάντι. Η ζωή πολύ γρήγορα θα τον κάνει να αλλάξει και πάλι άποψη, με τον ίδιο να θεωρεί γρήγορα, πως το κόμμα του θα χρειαστεί και ένοπλο τμήμα, αν θέλει να πετύχει.

Όπως έγινε γνωστό, μετά τον θάνατό του, ο Μαντέλα την εποχή που αποφάσιζε ότι τάσσεται υπέρ του ένοπλου αγώνα, όχι μόνο έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά έφτασε ως και την Κεντρική του Επιτροπή. Οι αρχές της Νότιας Αφρικής, θα φτάσουν στη σύλληψη του Μαντέλα, έπειτα από υπόδειξη της CIA, που φοβόταν τις διασυνδέσεις του με τους κομμουνιστές.

Θα μείνει στη φυλακή για 27 χρόνια, ενώ η απελευθέρωσή του, θα γίνει σύνθημα όλων των προοδευτικών κινημάτων όπου γης. Αποφυλακίστηκε τον Φεβρουάριο του 1990, με τον πρόεδρο ντε Κλερκ, να αναγνωρίζει το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο. Το 1993 μοιράζεται το Νόμπελ Ειρήνης με τον πρόεδρο ντε Κλερκ, ενώ έναν χρόνο αργότερο γίνεται ο πρώτος πρόεδρος της Νότιας Αφρικής σε εκλογές που επετράπη να ψηφίσουν λευκοί και μαύροι.

Μένει πρόεδρος για μια πενταετία και έπειτα αποσύρεται. Πέθανε το 2013.

Ρόζα Παρκς

Το Κογκρέσο, της έδωσε τον τίτλο της «πρώτης κυρίας των πολιτικών δικαιωμάτων» και της «μητέρας του κινήματος για την απελευθέρωση». Τον Δεκέμβριο του 1955, η Ρόζα Παρκς, έκανε κάτι τόσο απλό και ταυτόχρονα, τόσο επικίνδυνο. 

Σε μια χώρα που μαστίζονταν από τον θεσμοθετημένο ρατσισμό, αρνήθηκε να υπακούσει στην εντολή του οδηγού του λεωφορείου να σηκωθεί, ώστε να καθίσει ένα λευκός επιβάτης. Βρίσκόταν μάλιστα στο τμήμα του λεωφορείου που προορίζονταν για τους μαύρους, το τμήμα των λευκών όμως, είχε γεμίσει. Η Παρκς, δεν ήταν στην πραγματικότητα, η πρώτη που αρνούνταν μια τέτοια εντολή, η Εθνική Ένωση για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ανθρώπων (NAACP), πίστευε ότι ήταν η πλέον κατάλληλη για να σταθεί στο δικαστήριο, έπειτα από τη σύλληψή της για ανυπακοή στους ρατσιστικούς νόμους της Αλαμπάμα. 

Η κίνησή της αυτή, η δημοφιλία της μεταξύ των μελών της κοινότητας και η προθυμία της να αναλάβει τον ρόλο που της επεφύλασσαν, ενέπνευσε την κοινότητα να μποϊκοτάρει τα δημόσια λεωφορεία της περιοχής Μοντγκόμερι, για περισσότερο από ένα χρόνο. Αυτή ήταν η πρώτη ανοιχτή δράση του μεταπολεμικού κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα.  Η υπόθεσή της έφτασε μέχρι τα Πολιτειακά Δικαστήρια, ενώ η κίνησή της και το μποϊκοτάζ που την ακολούθησε, μετατράπηκαν γρήγορα στα σύμβολα του κινήματος. Η Παρκς, έγινε εμβληματική φιγούρα παγκοσμίως για την αντίσταση στον ρατσιστικό διαχωρισμό. 

Οργάνωσε και συνεργάστηκε με άλλους ηγέτες του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Παρά την αναγνώριση που είχε για την πράξη αντίστασής της, απολύθηκε από την δουλειά της, ενώ αντιμετώπισε πολλές απειλές στη συνέχεια. Λίγο μετά το μποϊκοτάζ, μετακόμισε στο Ντιτρόιτ και άρχισε να εργάζεται και πάλι.  Από το 1965 ως το 1988, υπήρξε γραμματέας του Αφροαμερικανού βουλευτή Τζον Κόνιερς, ενώ δεν σταμάτησε ποτέ να είναι ενεργή στο κίνημα «Black Power» και στην υποστήριξη των πολιτικών κρατουμένων στις ΗΠΑ.  Μετά τη συνταξιοδότησή της, η Παρκς έγραψε την αυτοβιογραφία της, στην οποία επέμενε ότι ο αγώνας για δικαιοσύνη δεν έχει ολοκληρωθεί. 

Πέθανε το 2005 και είναι η πρώτη γυναίκα που θάφτηκε στη Ροτόντα του Καπιτωλίου και η Τρίτη από τους μόλις τέσσερις Αμερικανούς που είχαν αυτή την τιμή. Η μέρα της γέννησής της, η 4η Φεβρουαρίου γιορτάζεται σε Καλιφόρνια και Μιζούρι, ενώ εκείνη της σύλληψής της, η 1η Δεκεμβρίου σε Οχάιο και Όρεγκον.

Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ

Του έχει απονεμηθεί το Νόμπελ Ειρήνης, ενώ η ομιλία του, το 1963 με την φράση «Έχω ένα όνειρο», είναι μια από τις εμβληματικότερες όλων των εποχών. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, υπήρξε ιερέας και ακτιβιστής αλλά και ηγέτης του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα από το 1954 ως και την δολοφονία του, το 1968. Γεννημένος στην Ατλάντα, ο ίδιος υπήρξε οπαδών της μη βίας επηρεασμένος από τον Γκάντι και της πολιτικής ανυπακοής.

Ηγήθηκε του μποϊκοτάζ των λεωφορείων του Μοντγκόμερι, το 1955 μετά το επεισόδιο με την Ρόζα Παρκς, ενώ το 1957 έγινε ο πρώτος πρόεδρος της οργάνωσης SCLC. Ηγήθηκε της συγκεκριμένης οργάνωσης, στον αγώνα κατά του διαχωρισμού στο Άλμπανι της Τζόρτζια ενώ βοήθησε στην οργάνωση των ειρηνικών διαμαρτυριών του 1963 στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα. Το 1963, πραγματοποιήθηκε η μεγάλη πορεία στην Ουάσινγκτον, απ΄όπου εκφώνησε τον εμβληματικό του λόγο. 

Το Νόμπελ Ειρήνης του 1964 του απονεμήθηκε για τη μάχη του κατά της ρατσιστικής ανισότητας μέσω της μη βίαιας αντίστασης. Όσο τα χρόνια περνούσαν, το αμιγώς φυλετικό του αγώνα του άρχιζε σιγά – σιγά να αποκτά και ταξικά χαρακτηριστικά, τραβώντας όλο και περισσότερο την προσοχή των μυστικών υπηρεσιών. Ο επικεφαλής του FBI εκείνη την εποχή, Έντγκαν Χούβερ, τον θεωρούσε ριζοσπάστη και τον ενέταξε στη λίστα των υπο παρακολούθησε από το 1963 και έπειτα. Πράκτορες του FBI τον ερευνούσαν για συνδέσεις με κομμουνιστές. Αυτό που κατάφεραν να διαπιστώσουν είναι ότι διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις. 

Η πληροφορία έφτασε στα χέρια κυβερνητικών αξιωματούχων της εποχής, οι οποίοι και προσπάθησαν να την αξιοποιήσουν. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, δέχτηκε μια ανώνυμη επιστολή που τον απειλούσε πως τα συγκεκριμένα στοιχεία θα βγουν στη φόρα, κίνηση που θεωρήθηκε πως στόχευε στο να πείσει τον Κινγκ, να αυτοκτονήσει.  Ότι δεν κατάφερε η επιστολή, το έκανε ο Τζέιμς Ερλ Ρέι. Πρόκειται για τον άνθρωπο που σκότωσε το 1968, τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, την εποχή που ο τελευταίος σχεδίαζε μια μεγάλη διαδήλωση στην Ουάσινγκτον που θα ονόμαζε «Η πορεία των φτωχών». Δολοφονήθηκε στις 4 Απριλίου, στο Μέμφις του Τένεσι, ενώ η είδηση του θανάτου του πυροδότησε επεισόδια σε μια σειρά πόλεις. Για πολλά χρόνια η δολοφονία του αποδίδονταν στις μυστικές υπηρεσίες της ίδιας του της χώρας. Ο δολοφόνος του, καταδικάστηκε σε 99 χρόνια φυλάκισης και πέθανε το 1998, από ηπατίτιδα στην φυλακή. 

Από το 1986, η ημέρα της δολοφονίας του, είναι και επισήμως αργία. 

Νίνα Σιμόν

Η σπουδαία τραγουδίστρια, που έκανε γνωστό το κομμάτι «I put a spell on you», τίτλο που αργότερα απέκτησε και η αυτοβιογραφία της, θα μπορούσε ίσως να είχε αφοσιωθεί στην καριέρα της, τραγουδώντας λιγότερα στρατευμένα κομμάτια. Η συμμετοχή της όμως στο Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων, έμοιαζε να προεξοφλείται από πολύ νωρίς. Σε ηλικία μόλις δέκα ετών και στην πρώτη της δημόσια εμφάνιση στο πιάνο, οι γονείς της που βρίσκονταν στην πρώτη σειρά, εξαναγκάστηκαν να μετακινηθούν για να καθίσουν λευκοί.

Το 1964, στον δίσκο της «Nina Simone in Concert» μιλά για πρώτη φορά για τη ρατσιστική ανισότητα στις ΗΠΑ με το τραγούδι «Mississippi Goddam». Το τραγούδι της αυτό, υπήρξε μια κραυξή απόγνωσης για τη δολοφονία του Μέντγκαρ Έβερς αλλά και την βομβιστική επίθεση σε Εκκλησία Βαπτιστών στο Μπέρμγιχγαμ της Αλαμπάμα, που σκότωσε τέσσερα νεαρές μαύρες γυναίκες και άφησε σχεδόν τυφλή μια ακόμα. Όπως δήλωσε η ίδια, το τραγούδι της ήταν «σαν να απαντούσα με δέκα σφαίρες». Ήταν το πρώτο από τα πολλά πολιτικά τραγούδια που θα ακολουθούσαν. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε single και σταθμοί του Νότου το μποϊκοτάρισαν. Ένας σταθμός στην Καρολίνα, έσπασε τα αντίγραφα του δίσκου και τα επέστρεψε στην εταιρεία. 

Το τραγούδι της Νίνα Σιμόν, όπως άλλωστε και η ίδια δεν υποστήριζε την ιδέα της ισότητας λευκών και μαύρων. Παρά το γεγονός πως στην αυτοβιογραφία της, αναφέρει ότι η ίδια και η οικογένειά της θεωρούσαν ίσες όλες τις φυλές, η Σιμόν ήταν μάλλον θιασώτης της σκέψης του Μάλκολμ Χ και λιγότερο εκείνων του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.  Έχοντας μόλις τραγουδήσει σε μια συγκέντρωση του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα και αφού την σύστησαν στον Κινγκ, δεν δίστασε να το πει και στον ίδιο. «Δεν είμαι υπέρ της μη βίας» του είπε. «Δεν χρειάζεται να είσαι» αποκρίθηκε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

Μετά το τραγούδι «Mississippi Goddam», σε κάθε της δίσκο υπήρχε και τουλάχιστον ένα τραγούδι για τα πολιτικά δικαιώματα. Όσο όμως η πολιτικοποίησή της αυξανόταν, τόσο η μουσική της παραγωγή γινόταν λιγότερη. Η Σιμόν υποστήριζε τον μαύρο εθνικισμό και υποστήριζε μια βίαιη επανάσταση των μαύρων, που θα κατέληγε στη δημιουργία αυτόνομου κράτους. Παρά την διαφωνία της με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο δίσκος της που κυκλοφόρησε το 1968, περιελάμβανε ηχογραφήσεις από εμφάνισή της, τρεις μόλις μέρες μετά την δολοφονία του. Του αφιέρωσε ολόκληρη την εμφάνισή της αλλά και το τραγούδι «Why? The King of Love is Dead», που είχε γράψει ο μπασίστας της.

Η Σιμόν και ο Γουέλντον Ιρβάιν, μετέτρεψαν το ημιτελές έργο «Το be Young, Gifted and Black» του Λορέιν Χάνσμπερι, σε ένα τραγούδι για τα πολιτικά δικαιώματα. Η ίδια απέδωσε στον Χάνσμπερι την ανάπτυξη της κοινωνικής και πολιτικής της συνείδησης. Μιλώντας για την περίοδο αυτή στην αυτοβιογραφία της έγραφε «Ένιωθα περισσότερο ζωντανή απ’ ότι τώρα, γιατί αισθανόμουν πως με είχαν ανάγκη και τραγουδούσα για να βοηθήσω τους ανθρώπους μου».

Φρεντ Χάμπτον

Ο χαρισματικός Χάμπτον, γεννήθηκε στην Λουϊζιάνα, μεγάλωσε όμως στο Μέιγουντ. Αποφοίτησε με άριστα από το Λύκειο και στράφηκε προς τις νομικές σπουδές, ενώ από πολύ νωρίς, προσέγγισε τους «Μαύρους Πάνθηρες» φτιάχνοντας μάλιστα και μια ανεπίσημη οργάνωσή τους στο Σικάγο, όπου είχε επιστρέψει το 1968. Όταν ο «υπουργός Εκπαίδευσης» των Πανθήρων, επισκέφθηκε τυχαία το ανεπίσημο παράρτημα, έμεινε έκπληκτος από την οργάνωση και η οργάνωση του Χάμπτον, εντάχθηκε και επίσημα στο κόμμα των Μαύρων Πανθήρων. Ο Χάμπτον ανέβηκε μέσα σε λίγους μήνες την ιεραρχία των Πανθήρων και μόλις στα 21 του χρόνια, έφτασε να είναι επικεφαλής της οργάνωσης του Σικάγο και αντιπρόεδρος των Πανθήρων σε ολόκληρη την χώρα.

Το οργανωτικό του μοντέλο, ακολουθήθηκε από όλες τις οργανώσεις του κόμματος. Ο Χάμπτον παρέδιδε σεμινάρια πολιτικής και ιδεολογίας, οργάνωσε σύστημα πληροφόρησης, ενίσχυσε το πρόγραμμα δωρεάν γευμάτων για άπορα παιδιά και την τοπική «Κλινική του Λαού». Το σημαντικότερο όμως από τα επιτεύγματα του Χάμπτον, ήταν πως είχε πείσει άλλοτε συμμορίες του δρόμου, να μετατραπούν σε οργανώσεις διεκδίκησης δικαιωμάτων και να συμμαχήσει μαζί τους στη λεγόμενη «πολύχρωμη συμμαχία». Αυτό ήταν που τον έβαλε και στο μάτι του διαβόητου επικεφαλής του FBI Έντγκαρ Χούβερ, που τον ενέταξε γρήγορα – γρήγορα στο πρόγραμμα εξόντωσης ενοχλητικών πολιτικών προσωπικοτήτων, το λεγόμενο COINTELPRO. Ο Χάμπτον άλλωστε δεν μιλούσε απλά για φυλετική ισότητα, αλλά για προλεταριακή επανάσταση. 

Ο φάκελός του, στο FBI το 1968, έφτανε τους 12 τόμους και τις 4000 σελίδες, ενώ το τηλέφωνο της μητέρας του, ήταν παγιδευμένο και παρακολουθούνταν 24/7. Ο Χούβερ είχε καταφέρει να προσεγγίσει ένα μέλος της οργάνωσης και να το εξαγοράσει, ενώ υποδαύλιζε συνεχώς έριδες και τελικώς διασπάσεις εντός της «πολύχρωμης συμμαχίας». Η επιχείρηση εξόντωσης του Χάμπτον μπαίνει σε εφαρμογή τον Δεκέμβριο του 1969 και στον απόηχο ταραχών που είχε προκαλέσει μια ομάδα αριστερών λευκών εξτρεμιστών, τις οποίες όμως οι Πάνθηρες είχαν καταγγείλει. Ο εγκάθετος του FBI, ρίχνει ηρεμιστικά στο φαγητό των Πανθήρων, οι οποίοι πολύ σύντομα έχουν αποκοιμηθεί. Πράκτορες του FBI και αστυνομικοί του Σικάγο, εφορμούν την 4η Δεκεμβρίου κατά του σπιτιού του Χάμπτον, όπου διαμένουν 7 ακόμα Πάνθηρες.

Ο 17χρονος φρουρός του Χάμπτον, είναι ο πρώτος που δολοφονείται. Πριν σκοτωθεί θα προλάβει να ξυπνήσει για να ανταποδώσει μια μόλις σφαίρα. Είναι η μοναδική που έπεσε από την πλευρά των Πανθήρων, ενώ δέχτηκαν συνολικά 90. Ο 21 ετών τότε Φρεντ Χάμπτον χτυπήθηκε από μια σφαίρα στον ώμο. Κοιμόταν μαζί με την έγγυο σύντροφό του. Ήταν ακόμα ζωντανός, όταν οι εισβολείς έφτασαν στο κρεβάτι του και τον έσυραν έξω για να τον αποτελειώσουν με τρεις ακόμα σφαίρες στο κεφάλι.

Οι υπόλοιποι που βρίσκονταν στο σπίτι σύρθηκαν έξω από το σπίτι και ξυλοκοπήθηκαν άγρια. Αμέσως μετά την επίθεση, φυλακίστηκαν μάλιστα με την εξωφρενική κατηγορία της ένοπλης επίθεσης κατά αστυνομικών. Στη δίκη που ακολούθησε το Γενάρη του 1970, οι δολοφονίες θεωρήθηκαν «δικαιολογημένες ανθρωποκτονίες» από τους ενόρκους. Αργότερα όμως, στην αγωγή που κατέθεσαν επιζώντας του μακελειού και συγγενείς των θυμάτων, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, η κομητειακή αστυνομία και η πόλη του Σικάγου αναγκάστηκε, μετά από συμβιβασμό το 1982, να πληρώσει 1,85 εκ. δολάρια στους ενάγοντες. Ομάδα ακτιβιστών για Πολιτικά Δικαιώματα, θέλησε το 2006, να δώσει το όνομα του Χάμπτον σε οδό του Σικάγο, προσπάθεια που μπλόκαρε ο τοπικός σύλλογος των απόστρατων της Αστυνομίας.