Μετά το καταστροφικό πέρασμα του τυφώνα Κατρίνα το 2005, η Όπρα Γουίνφρεϊ πήγε στη Νέα Ορλεάνη. Η βασίλισσα των talk shows εμφανίστηκε δίπλα στα κατεστραμμένα κτίρια της πόλης, έκλαιγε ακούγοντας τις ιστορίες των επιζώντων και κατέγραφε τις ζημιές της φυσικής καταστροφής. Στη συνέχεια απαίτησε δράση.

Καθώς ο Πρόεδρος Τζορτζ Μπους προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την κρίση, η Όπρα ήταν εκείνη που σόκαρε τους Αμερικανούς. «Μπορεί κάποιος να πει στον Πρόεδρο Μπους να πάρει ένα τηλέφωνο την Όπρα;» έγραψε ένας εξοργισμένος συνδικαλιστής αρθρογράφος, ο Μορίν Ράιαν.

Μόνο στην Αμερική μπορεί κάποια όπως η Όπρα να αποκτήσει τέτοια κυριαρχία. Μόνο στην Αμερική μια γυναίκα που ξοδεύει τις ημέρες της αποσπώντας ομολογίες στην τηλεόρασης μπορεί να γίνει τόσο ισχυρή ώστε να προωθήσει ή να διαλύσει μια σταδιοδρομία, ή κάποια προϊόντα και μερικές φορές (μετά από μια παρατήρηση σχετικά με την ασθένεια των τρελών αγελάδων προκάλεσε πτώση των πωλήσεων βοείου κρέατος) να απειλήσει ολόκληρες βιομηχανίες.

Μόνο στην Αμερική θα μπορούσε κάποια όπως η Όπρα να θεωρείται η πλέον κατάλληλη για να διαδεχθεί τον Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρεία.

Η επιρροή της στην πολιτική ζωή είναι αναμφισβήτητα πολύ ισχυρή. Πολλοί άλλωστε υποστηρίζουν ότι ο Μπαράκ Ομπάμα ίσως δεν είχε καταφέρει να περάσει τη γραμμή του τερματισμού χωρίς την ακούραστη στήριξή της Όπρα κατά τη διάρκεια της πρώτης προεκλογικής εκστρατείας του το 2007.

Είναι μια κυριαρχία που η Όπρα έκτισε τα τελευταία 30 χρόνια και δεν δείχνει κανένα σημάδι πως πρόκειται να μειωθεί στο μέλλον. Σχεδόν 25 χρόνια του «The Oprah Winfrey Show», το τηλεοπτικό θέαμα που καθόρισε μια νέα εποχή τηλεόρασης και έφτασε να μεταδίδεται σε 145 χώρες μέχρι το 2011 όταν και σταμάτησε.

Μόνο στην Αμερική, 49 εκατομμύρια άνθρωποι συντονίζονταν κάθε εβδομάδα. Η εκπομπή μετατράπηκε σε περιοδικό, σε τηλεοπτικό κανάλι και μια εταιρεία παραγωγής ταινιών, όλα αυτά με τη σφραγίδα της Όπρα. Πολλοί την επικρίνουν μιλώντας για τη δημιουργία μιας λαϊκιστικής, προσωπικής τηλεόρασης. Έχει κατηγορηθεί ακόμη και για την επινόηση της «δημόσιας λύπης» που ξεκίνησε για πρώτη φορά μετά το θάνατο της πριγκίπισσας Νταϊάνα και εμφανίστηκε σε αμέτρητες τραγωδίες από τότε.

Υπάρχει μάλλον κάποια αλήθεια σε αυτό, αλλά είναι σαν κάποιος να βλέπει το δέντρο και να χάνει το δάσος. Η πραγματική αξία της Όπρα δεν έχει καμία σχέση με τις γενικές τάσεις του λαϊκού πολιτισμού. Η Όπρα, στην πραγματικότητα, έχει πολλές φορές «κολυμπήσει» ενάντια στο ρεύμα, όσον αφορά την κουλτούρα της Αμερικής.

Δεν προσπάθησε ποτέ να περάσει την εικόνα της όμορφης γυναίκας. Σε μια εποχή που οι πολιτικοί προωθούν το γάμο και την οικογένεια ως την απόλυτη χριστιανική αξία, είναι άτεκνη και άγαμη στα 63 της (και δηλώνει ευτυχισμένη με αυτό). Από το 1985 διατηρεί σχέση με τον εκπαιδευτικό Στέντμαν Γκράχαμ, όμως αρνείται να δεσμευθεί επίσημα μαζί του.

Καθώς οι φυλετικές μειονότητες αγωνίζονται να εισέλθουν στο προσκήνιο, η Όπρα είναι μαύρη, περήφανη και μια δύναμη που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Είναι επίσης μια γυναίκα που διαπρέπει στον κόσμο των αντρών, αλλά μια ισχυρή γυναίκα την οποία κανείς δεν τολμά να παραμερίσει.

Πρόκειται για μία γυναίκα που «επιβίωσε» όταν το 2005 αφιέρωσε μία εκπομπή σε έναν ομοφυλόφιλο διακοσμητή που έχασε τον εραστή του στο τσουνάμι. Οι μέσοι Αμερικανοί συντονίστηκαν στην εκπομπή, μοιράστηκαν το δράμα με τον γκέι φίλο της και έκλαψαν μαζί της. Αυτό δεν αποτελεί μόνο κυριαρχία των μέσων ενημέρωσης της Όπρα, αλλά μία πραγματική κοινωνική εξουσία.

Το δράμα των παιδικών της χρόνων

Η Όπρα Γκέιλ Γουίνφρεϊ γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1954, σε άθλιες συνθήκες. Η πατρίδα της ήταν το Κοσιούσκο του Μισισιπή, σε μία εποχή όταν οι μαύροι Αμερικανοί θα μπορούσαν εύκολα να δολοφονηθούν στο Νότο επειδή επιδίωκαν να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου. Η Όπρα γεννήθηκε σε χειρότερες συνθήκες ακόμη και από τα πρότυπα των φτωχών μαύρων στο Νότο.

Οι έφηβοι γονείς της δεν ήταν παντρεμένοι. Η μητέρα της, η Βέρνιτα Λι, ήταν υπηρέτρια και ο πατέρας της, Βέρνον Γουίνφρεϊ, ήταν στρατιώτης. Ονομάστηκε Ορπα, από μια μορφή που εμφανίζεται ελάχιστα στη Βίβλο, αλλά στο ληξιαρχείο έγινε λάθος, γράφτηκε Όπρα και το όνομα έμεινε έτσι.

Πέρασε τα πρώτα της χρόνια με τη γιαγιά της, συχνά φορώντας φόρμες από λινάτσα η οποία προέρχονταν από σακιά πατάτας και που της κόλλησαν το παρατσούκλι «Sack Girl» (κορίτσι παράγκα). Είχε για κατοικίδιο μια κατσαρίδα και μια κούκλα φτιαγμένη από ένα αποξηραμένο καλαμπόκι.

Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, μεγαλώνοντας τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Η Όπρα εστάλη για να ζήσει με τη μητέρα της στο Μιλγουόκι. Εκεί όταν ήταν μόλις εννέα ετών, βιάστηκε από έναν ξάδερφο. Άλλοι συγγενείς και οικογενειακοί φίλοι την κακοποίησαν επίσης σεξουαλικά. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι έγινε μια θλιμμένη έφηβη και έμεινε έγκυος στα 14 της (το μωρό, ένα αγόρι γεννήθηκε πρόωρα και πέθανε).

Αυτή η τρομερή παιδική ηλικία έχει ζωτική σημασία για την κατανόηση της μεγαλοφυΐας της Όπρα ως οικοδέσποινα ενός talk show. Δεν αποτελεί έκπληξη πως οι καλεσμένοι ομολογούσαν τόσο εύκολα τις αδυναμίες και τους φόβους τους. Ό,τι κι αν είχε συμβεί σε αυτούς, η Όπρα είχε υποστεί πιθανότατα χειρότερα. Τα πλούτη και η δύναμή της μοιάζουν σχεδόν με ένα υποπροϊόν της επιτυχίας της για να ξεπεράσει το παρελθόν της. «Το να έχεις το είδος της εσωτερικής δύναμης και του εσωτερικού θάρρους που χρειάζεται για να πεις “Όχι, δεν θα σε αφήσω να μου φερθείς έτσι”, είναι η πραγματική επιτυχία», είπε σε μία συνέντευξη.

Στην πραγματικότητα, τα αυθεντικά ταλέντα της Όπρα εμφανίστηκαν νωρίς. Όταν ήταν μόλις τριών ετών, έπαιρνε συνέντευξη από την κούκλα της και τα κοράκια στο φράχτη έξω από το σπίτι της γιαγιάς της. Ήταν τόσο προικισμένη ομιλήτρια στην εκκλησία που την φώναζαν «η ιεροκήρυκας». Το ταλέντο ήταν εκεί. Χρειάστηκε μόνο μια ευκαιρία για να αναπτυχθεί. Αυτή ήρθε όταν μετακόμισε με τον πατέρα της στο Νάσβιλ του Τενεσί.

Ο Βέρνον Γουίνφρεϊ ήταν αυστηρός. Πίεζε την κόρη του να διαβάζει ένα βιβλίο την εβδομάδα και να γράφει μια έκθεση γι' αυτό. Η έφηβη Όπρα έγινε μια μαθήτρια με περγαμηνές και μία από τους δύο μαθητές που επιλέχθηκαν από το Τενεσί για να παρακολουθήσουν μια διάσκεψη του Λευκού Οίκου για τη νεολαία. Το μεγάλο της βήμα όμως έγινε όταν κέρδισε ένα διαγωνισμό ομορφιάς στα 17 της χρόνια. Ως «Miss Fire Prevention», επισκέφθηκε έναν ραδιοφωνικό σταθμό του Νάσβιλ και, ως αστείο, διάβασε τα νέα. Μόλις τελείωσε την ανάγνωση με τη ζεστή της φωνή, της προσφέρθηκε μια δουλειά. Η καριέρα της γεννήθηκε έτσι απλά.

Ήταν μια γρήγορη άνοδος. Μετά την αποφοίτηση της από το κολέγιο, έγινε η πρώτη μαύρη γυναίκα παρουσιάστρια ειδήσεων στο Νάσβιλ. Στη συνέχεια της προσφέρθηκε μια δουλειά ως τηλεοπτικός ρεπόρτερ στη Βαλτιμόρη. Αλλά τα αφεντικά της διαπίστωσαν γρήγορα ότι είχε πρόβλημα να αποστασιοποιηθεί από τις ιστορίες που κατέγραφε. Γελούσε κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων, έκλαιγε στα θλιβερά γεγονότα.

Αλλά μια αδυναμία που είχε ως δημοσιογράφος θα μπορούσε να γίνει η δύναμη της ως οικοδέσποινα. Έτσι της ανατέθηκε η παρουσίαση μιας πρωινής εκπομπής. Ήταν η κρίσιμη στιγμή. «Ήταν σαν να ανέπνεα. Όπως και η αναπνοή. Απλώς μιλάς», είπε αργότερα. Και μίλησε. Τόσο πολύ, ώστε, μέχρι το 1984, είχε αναλάβει την τηλεοπτική εκπομπή AM Chicago TV Show. Ένα χρόνο αργότερα, ανέβηκε σε εθνικό επίπεδο και η «Όπρα η Αμερικανίδα σούπερ σταρ» γεννήθηκε. Μέσα σε ένα χρόνο και μετά την υποψηφιότητα για Όσκαρ για τον ρόλο της στην ταινία «Το Πορφυρούν Χρώμα» η εκπομπή της Όπρα ήταν το νούμερο ένα talk show στη χώρα.

Η ιδιοφυΐα της Όπρα ήταν να πάρει το ύφος που εφευρέθηκε από τον Φιλ Ντόναχιου - όπου ο παρουσιαστής κινείται ανάμεσα στο ακροατήριο με ένα μικρόφωνο - και να του δώσει μια γυναικεία πινελιά. Αντί να διαιτητεύει μια συζήτηση, ή απλά να παρουσιάζει ένα θέμα, η Όπρα το έκανε «δικό της». Για να το υποστηρίξει μάλιστα, δεν φοβήθηκε να εκθέσει τα δικά της προβλήματα. Το βάρος της ήταν κάτι για το οποίο οι θεατές ενημερώνονταν συνεχώς. Είχε κάποτε παρουσιάσει ένα καρότσι γεμάτο με λίπος που έφερε στο πλατό για να εξηγήσει στο ακροατήριο ακριβώς τι αντιπροσωπεύει η απώλεια βάρους 67 κιλών. Έχει ομολογήσει κακές συνήθειες και παραπτώματα, όπως ότι κάποτε κάπνιζε κοκαΐνη. Αλλά για κάθε ομολογία, οι γυναίκες της Αμερικής την αγαπούσαν όλο και περισσότερο, αντλώντας παρηγοριά από τους αγώνες της καθώς αντιμετώπιζαν τους δικούς τους.

Η βάση υποστήριξης της είναι συντριπτικά γυναικεία. Απευθύνεται άλλωστε κυρίως στα συμφέροντα των γυναικών. Οι κύριοι επικριτές της είναι κυρίως άνδρες. Ο Ντέιβιντ Λέτερμαν κάποτε την γελοιοποίησε στην τελετή των Οσκαρ του 1995. Η Όπρα απάντησε απλά με χαμόγελο και αρνήθηκε να εμφανιστεί στην εκπομπή του.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η αυξανόμενη αυτοκρατορία της άρχισε να παίρνει έναν πιο κοινωνικό τόνο. Ήταν ένας τόνος που καθορίστηκε από το τι είναι η Όπρα: μια κοινωνικά φιλελεύθερη μαύρη γυναίκα.

Είναι η Όπρα που έχει αγωνιστεί για το AIDS και τα ομοφυλοφιλικά θέματα. Είναι η Όπρα που έκανε την αργκό των Αφροαμερικανών ('You go, girl!') μέρος του mainstream αμερικανικού λόγου.

Ήταν η εταιρεία παραγωγής της Όπρα που μετέφερε τα έργα μαύρων γυναικών συγγραφέων όπως των Τόνι Μόρισον και Γκλόρια Νέιλορ στις μεγάλες και τις μικρές οθόνες. Ήταν η Όπρα που δημιούργησε ένα τηλεοπτικό κανάλι, το Oxygen, για να διερευνήσει ακριβώς αυτά τα γυναικεία θέματα που έκανε και στην εκπομπή της.

Η Όπρα κατάφερε επίσης να καταστρέψει το φράγμα του χρώματος. Η βάση των θαυμαστών της μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό γυναικεία, αλλά δεν ορίζεται από τη φυλή. Μαύροι, λευκοί, κίτρινοι, καφέ: ο καθένας μπορεί να ταυτιστεί με το μοναδικό φτωχό κορίτσι από το Μισισιπή, του οποίου η περιουσία υπολογίζεται τώρα στα 2,8 δις δολάρια.

Θα είναι ο Λευκός Οίκος η επόμενη στάση; Πολλοί στοιχηματίζουν υπέρ της. Η ίδια δεν αρνείται το ενδεχόμενο να κατέβει υποψήφια απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Είναι δεδομένο πως θα αποτελέσει έναν πολύ ισχυρό αντίπαλο για τον νυν πρόεδρο των ΗΠΑ, εάν τελικά το αποφασίσει.

Πρόκειται άλλωστε για μία γυναίκα που θυμάται ότι παρακολουθούσε τη γιαγιά της να κρεμάει πάνω από μια λεκάνη τα ρούχα των λευκών που είχε πλύνει και να της λέει ότι το μυστικό της επιτυχίας στη ζωή της θα ήταν να δουλέψει για μερικούς «καλούς λευκούς» όπως ακριβώς έκανε εκείνη, που της επέτρεπαν να πάρει τα υπολείμματα από το τραπέζι. Τι λέει η Όπρα σήμερα γι' αυτό; «Λυπάμαι που η γιαγιά μου δεν ζει πλέον ώστε να δει ότι έχω μερικούς καλούς λευκούς που δουλεύουν για μένα».