Ήταν το βράδυ της 1ης Δεκεμβρίου του 1955 όταν μία έγχρωμη μοδίστρα από την Αλαμπάμα έμελλε να γίνει το σύμβολο για τον αγώνα κατά των φυλετικών διακρίσεων στην Αμερική. Η 42χρονη Ρόζα Παρκς επέστρεφε στο σπίτι της, μετά από μία κουραστική μέρα στη δουλειά. Πήρε το λεωφορείο, όπως έκανε κάθε βράδυ και κάθισε στην πρώτη σειρά των θέσεων που προορίζονταν για τους «μαύρους» πολίτες.

Σύμφωνα με το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό, ο οποίος ίσχυσε μέχρι το 1956, οι θέσεις των μαύρων επιβατών βρίσκονταν στο πίσω μέρος του λεωφορείου και χωρίζονταν από εκείνες των λευκών με μια κενή σειρά.

Οδηγός του λεωφορείου ο «γνωστός» της Τζέιμς Μπλέικ. Οι δυο τους «γνωρίζονταν», αφού δώδεκα χρόνια πριν, ο Μπλέικ την είχε αναγκάσει να κατέβει απ’ το ίδιο λεωφορείο και να περιμένει στη βροχή, επειδή είχε τολμήσει να μπει απ’ την μπροστινή πόρτα, που ήταν μόνο για λευκούς.

Όταν το λεωφορείο γέμισε από λευκούς επιβάτες κι ένας λευκός έμεινε όρθιος ο Μπλέικ απαίτησε να αδειάσει η πρώτη σειρά του «έγχρωμου τομέα», στην οποία καθότανε η Παρκς και να μείνει κενή. Ενώ οι υπόλοιποι έγχρωμοι συνεπιβάτες της συμμορφώθηκαν στη διαταγή του οδηγού, η Παρκς παρέμεινε στη θέση της, με αποτέλεσμα εκείνος να καλέσει την αστυνομία. Η Ρόζα κατέβηκε τελικά απ’ το λεωφορείο βίαια, με τη συνοδεία δύο αστυνομικών οι οποίοι την οδήγησαν στο κρατητήριο για παραβίαση των νόμων περί φυλετικού διαχωρισμού.

Στις 5 Δεκεμβρίου, έγινε η δίκη της Παρκς, όπου κρίθηκε ένοχη και της επιβλήθηκε πρόστιμο 14 δολαρίων, ενώ την ίδια στιγμή όλοι οι Αφροαμερικάνοι του Μοντγκόμερι, αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τα λεωφορεία. Στο πλευρό τους και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ που τότε έβγαλε ένα απ’ τους πρώτους λόγους του «Έρχεται κάποια στιγμή, που οι άνθρωποι κουράζονται» είπε «Είμαστε εδώ αυτό το απόγευμα για να πούμε σε όλους αυτούς, που μας κακομεταχειρίζονται τόσο καιρό, ότι έχουμε κουραστεί. Έχουμε κουραστεί τον διαχωρισμό, την ταπείνωση, τον ξυλοδαρμό της καταπίεσης».

Το μποϊκοτάζ στα λεωφορεία κράτησε 381 μέρες, κάτι που απέφερε τεράστιο οικονομικό πλήγμα στο σύστημα μεταφορών γονάτισε οικονομικά, κάτι που οδήγησε στο να κοπούν δρομολόγια και να αυξηθεί η τιμή του εισιτηρίου 50%.

Το Νοέμβριο του 1956 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κήρυξε αντισυνταγματικό το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό. Την επόμενη μέρα, η Ρόζα Παρκς μαζί με τον Έντγκαρ Νίξον και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ επιβιβάστηκαν σε ένα λεωφορείο. Η Παρκς κάθισε στην πρώτη θέση και κανείς δεν την κατέβασε.

Η ίδια μιλώντας για το συμβάν στην αυτοβιογραφία της με τίτλο «Η ιστορία μου», σημείωσε: «Ο κόσμος λέει ότι δεν παραχώρησα τη θέση μου γιατί ήμουν κουρασμένη, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν σωματικά κουρασμένη ούτε περισσότερο κουρασμένη απ’ όσο ήμουν συνήθως στο τέλος μιας ημέρας στη δουλειά. Όχι, η μόνη κούραση που είχα, ήταν αυτή του να υποχωρώ».

Η Ρόζα Παρκς, αν και δεν ήταν η πρώτη που αντέδρασε σε τέτοια φαινόμενα ρατσισμού, με την πράξη της οδήγησε σε μία από τις πρώτες νίκες του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ κι εκείνη έμεινε στην ιστορία ως τη «Μητέρα του σύγχρονου κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων». Το 1996 της απονεμήθηκε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, ενώ το 1999 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κογκρέσου για τον αγώνα της κατά του ρατσισμού. Πέθανε, σαν σήμερα, σε ηλικία 92 ετών, το 2005, και ήταν η πρώτη γυναίκα, η σορός της οποίας εξετέθη σε λαϊκό προσκύνημα στο Καπιτώλιο.

Την 1η Δεκεμβρίου του 2015, ακριβώς 60 χρόνια μετά τη βραδιά εκείνη, που αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση τους σε έναν λευκό, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα γιόρτασε την ημέρα, κάνοντας το ίδιο δρομολόγιο που έκανε το 1955 η Παρκς: «Η Παρκς δεν είναι πλέον μαζί μας» είπε «όμως συνεχίζει να μας εμπνέει ακόμα και σήμερα. Η απλή αυτή χειρονομία της, να μην παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο, βοήθησε στο να ξεκινήσει η συζήτηση για τις φυλετικές διακρίσεις σε ολόκληρη την Αμερική».