Αθήνα: Μια πόλη που... αυτοκτόνησε. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος μια ταινίας που θα ανέλυε την ιστορία της πόλης τα τελευταία 100 χρόνια. Η σχέση των κατοίκων, αλλά κυρίως των πολιτικών με το περιβάλλον ήταν πάντα εγκληματική. Οι Αθηναίοι έχτιζαν (και συνεχίζουν ακόμα και σήμερα) την πόλη χωρίς κανένα σχέδιο και χωρίς κανένα σεβασμό πολλές φορές στο περιβάλλον και οι πολιτικοί ... αποζημίωναν τους κατοίκους, θάβοντας ποτάμια και μπαζώνοντας ρέματα. 

Πως θα ήταν άραγε η ποιότητα ζωής στην πρωτεύουσα εάν η οδός Μιχαλακοπούλου είχε παραμείνει ανοιχτή για τα νερά του Ιλισού; Εάν ο Ηριδανός και ο Αλλασώνας συνέχιζαν την διαδρομή τους μέσα στο Λεκανοπέδιο; 

Πως να πιστέψει κανείς πως στην Αθήνα έχουν μπαζωθεί συνολικά 550 χιλιόμετρα ρεμάτων και χειμάρων. Η βασική αιτία γι' αυτό; Η αδυναμία που εκδήλωναν οι ιθύνοντες για να βρουν λύσεις στα προβλήματα που κατά καιρούς δημιουργούσαν. Είναι δεδομένο πως, τα ποτάμια της Αθήνας δεν θύμιζαν τον... Τάμεση ή τον Δούναβη. Αρκετές φορές πλημμύριζαν προκαλώντας καταστροφές, όπως έγινε για παράδειγμα με τον Κηφισό το 1994. 

Το μεγαλύτερο διάστημα ήταν ξερά, λόγω του κλίματος που υπάρχει στην πρωτεύουσα, ενώ συχνά γίνονταν εστίες μόλυνσης. Δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για σύνδεση τους με το αποχετευτικό σύστημα, ενώ ο άναρχος τρόπος με τον οποίο κτίστηκε η πόλη δημιούργησε ανάγκες για δρόμους και λεωφόρους με μόνη «λύση» τους ποταμούς. 
Χαρακτηριστικό άλλωστε είναι το (πιο πρόσφατο) παράδειγμα του Κηφισού. Το 1999 μια ομάδα κατοίκων αντιδρώντας στα σχέδια για το μπάζωμα του ποταμού επισκέφτηκε τον τότε αρμόδιο υπουργό, ζητώντας να μην προχωρήσει το σχέδιο. Εκείνος τους έδειξε μια μεγάλη αεροφωτογραφία της πόλης και τους ρώτησε: «Βλέπετε να υπάρχει άλλος χώρος;» Δεν υπήρχε. Το τσιμέντο κυριαρχούσε παντού. 

Αντί λοιπόν να διατηρηθούν τα ποτάμια και να βρεθεί τρόπος ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που δημιουργούσαν και παράλληλα να εκμεταλλευτούν οι κάτοικοι τα μεγάλα οφέλη που πρόσφεραν, βρέθηκε η ... εύκολη και πρόχειρη λύση: Μπαζώθηκαν. 

«Αντιμετωπίζαμε πάντα τα ποτάμια σαν εμπόδια, σαν εχθρούς, μέσα στο αττικό περιβάλλον. Όχι μόνο δεν προστατεύθηκαν, αλλά καταστρέφονται μέχρι και τις ημέρες μας», είχε δηλώσει πριν από δέκα χρόνια περίπου ο τότε αντιπρύτανης του ΕΜΠ και καθηγητής Πολεοδομίας και Αρχιτεκτονικής Γιάννης Πολύζος. «Το παράδειγμα του Κηφισού είναι το πλέον ενδεικτικό. Ένας δυνάμει σημαντικός χώρος πρασίνου και αναψυχής στο εσωτερικό μίας περιοχής καταστράφηκε. Κυριάρχησε για άλλη μια φορά η χρήση του αυτοκινήτου εις βάρος των ήπιων χρήσεων του περιπάτου, της αναψυχής, του πολιτισμού. Οι περιοχές του Νέου Φαλήρου και του Μοσχάτου αποκόπηκαν εντελώς μεταξύ τους».

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως θα ήταν σήμερα η πρωτεύουσα εάν η οδός Καλλιρρόης, για παράδειγμα, δεν ήταν δρόμος αλλά ποτάμι, όπως πριν από 80 χρόνια περίπου. Οι επιστήμονες όμως μπορούν να κάνουν μια σχετική εκτίμηση. Σύμφωνα λοιπόν με την εκτίμηση αυτή η μέση θερμοκρασία τον χειμώνα θα ήταν 0,7 βαθμούς Κελσίου υψηλότερη, ενώ το καλοκαίρι στην γύρω περιοχή θα ήταν έως 1,1 βαθμούς χαμηλότερη. Θα ήταν διπλάσια τα επίπεδα υγρασίας και πολύ χαμηλότερα τα επίπεδα θορύβου. Θα υπήρξε λιγότερη σκόνη και καλύτερη ποιότητα της ατμόσφαιρας. 

Ο Ιλισός ξεκίνησε να εξαφανίζεται το 1939. Ο Μεταξάς είχε μάλιστα πει τότε την ιστορική φράση «Σήμερα θάπτομεν τον Ιλισόν», έργο που ολοκλήρωσε ο Καραμανλής το 1960.  Είναι πραγματικά δυστήχημα που το «παράδειγμα» αυτό ακολούθησαν δεκάδες ακόμη. Ήταν αναγκαίο; Αναγκαίο, σύμφωνα με τους επιστήμονες ήταν να έχουν γίνει έργα ώστε τα ποτάμια να διατηρηθούν, αλλά παράλληλα να μην δημιουργούν προβλήματα. 

Μπορεί λοιπόν η Αθήνα να μην είχε γίνει Λονδίνο, εάν οι ποταμοί που υπήρχαν είχαν διατηρηθεί, όμως είναι δεδομένο πως η ποιότητα ζωής θα ήταν καλύτερη. Γεωτρήσεις του Ινστιτούτου Γεωλογικών Ερευνών έχουν αποδείξει ότι σχεδόν όλοι οι δρόμοι της Αθήνας κρύβουν ένα μπαζωμένο ρέμα ή ένα υπόγειο ποτάμι: ο Ιλισός, ο Ηριδανός, ο Κυκλόβορος, το Λυκόρεμα, ο Βουρλοπόταμος, ο Βοϊδοπνίχτης, ο Αλασσώνας είναι μερικά από αυτά. Θα είχε γλιτώσει η πρωτεύουσα τις πλημμύρες που κατά καιρούς την «πληγώνουν» εάν είχαν διατηρηθεί; Προφανώς. Τώρα όμως είναι πια πολύ αργά.