Να ασχολείσαι δεκαετίες ολόκληρες με τη soul μουσική στη σκιά ενός άλλου, χωρίς να έχεις φτιάξει κάτι δικό σου, τα τελευταία 6 χρόνια να ζεις επιτέλους το όνειρό σου και κάπου εκεί ξαφνικά να κόβεται το νήμα της ζωής. Έτσι απλά. 

Η παροιμία «κάλλιο αργά παρά ποτέ» ταιριάζει γάντι στον Τσαρλς Μπράντλεϊ που έφυγε στα 68 του από καρκίνο, στις 23 Σεπτεμβρίου.

Μεταξύ μας, όσα έζησε συνέθεταν άρτιο σενάριο ταινίας. Όχι επιστημονικής φαντασίας, από εκείνα που στερούνται happy end.

Έγινε βέβαια σχετικό ντοκιμαντέρ το 2012 («Charles Bradley: Soul of America»), όπου παρουσιάστηκε η ιστορία του πώς από Τζέιμς Μπράουν, μία δισκογραφική του επέτρεψε να είναι ο εαυτός του.

Όσο μελοδραματικό κι αν ακούγεται, η ζωή δεν του φέρθηκε πολύ καλά. Γεννήθηκε στο Γκέινσβιλ της Φλόριντα το 1948 και μεγάλωσε σε φτωχογειτονιά του Μπρούκλιν. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του πέρασαν με δουλειές του ποδαριού για να βγαίνει το μεροκάματο. Ώσπου, όταν ήταν 14ων, η αδερφή του τον «σύστησε» μουσικά στο αστέρι ονόματι Τζέιμς Μπράουν που έδωσε μία συναυλία στο Apollo Theatre.

«Όταν κάλεσαν τον Τζέιμς Μπράουν στη σκηνή, δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι είχαν αυτό το μωβ και το κίτρινο φως - τα δύο αγαπημένα μου χρώματα. Και ήρθε στη σκηνή, πετώντας στο ένα πόδι και είπα, "Τι στο καλό είναι αυτό;". Και ήμουν υπνωτισμένος. Είχα απλά φύγει. Ήμουν συγκλονισμένος. Σοκαρισμένος. Είπα: "Πω πω. Θέλω να γίνω κάτι τέτοιο"», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο Rolling Stone το 2016.

Από εκείνη την ημέρα, άλλαξε ρότα, τουλάχιστον μες το μυαλό του, γιατί οι συνθήκες και το σύμπαν του Κοέλιο δε συνωμοτούσαν για κανέναν λόγο ώστε να γίνει μεγάλος και τρανός τραγουδιστής. Χρειάστηκε να δουλέψει ως λατζέρης, μάγειρας σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Μέιν, έμεινε άστεγος επί τρία χρόνια... Αφού πέρασε ένα χρονικό διάστημα κυριολεκτικής περιπλάνησης σε διάφορες πόλεις, πολιτείες, ακόμα και χώρες (Νέα Υόρκη, Σιάτλ, Καναδά, Αλάσκα), το 1977 ξέμεινε στην Καλιφόρνια όπου έβγαζε τα προς το ζην για καμιά εικοσαετία ως άλλος Τζέιμς Μπράουν, άσχετα αν η φωνή του θύμιζε περισσότερο τον Ότις Ρέντινγκ. Τότε, εμφανιζόταν, με διάφορα ψευδώνυμα: «Screaming Eagle of Soul», «Black Velvet», «James Brown Jr», ώσπου το 1996 η μητέρα του Ινέζ, του ζήτησε να επιστρέψει στο Μπρούκλιν για να «γνωριστούν καλύτερα». Ο Μπράντλεϊ ήταν μόλις οκτώ μηνών όταν εγκατέλειψε εκείνον και τον αδερφό του Τζόζεφ, με τον πατέρα τους να είναι μόνιμα άφαντος. Εκεί, πάλι δεν ηρέμησε ιδιαίτερα γιατί μεταξύ άλλων κόντεψε να πεθάνει εξαιτίας αλλεργικού σοκ από πενικιλίνη, όπως επίσης βρήκε τον αδερφό του δολοφονημένο μες τον δρόμο από κάποιον συγγενή τους. Ήταν εκείνος που του θύμιζε πάντα πως πρέπει να κυνηγήσει το όνειρό του. Δεν το έβαλε κάτω λοιπόν, συνέχισε να εμφανίζεται ως «Black Velvet» μίμος και το πλήρωμα του χρόνου ήρθε όταν τον ανακάλυψε ο συνιδρυτής της Daptone Records, Γκάμπριελ Ροθ για να του ανοίξει μια χαραμάδα στην «πόρτα» του soul ονείρου. Εκείνος τον έφερε σε επαφή με τον Τόμας Μπρένεκ από τους Menahan Street Band, ηχογράφησαν διάφορα τραγούδια για να συνθέσουν δέκα από αυτά -έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία- το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο «No Time for Dreaming» (2011).

Ο Μπράντλεϊ τότε ήταν 62 χρόνων. Και δεν είχε άλλο χρόνο να ξοδέψει σε όνειρα.

«Χρειάστηκε να περάσουν 62 χρόνια για με βρει κάποιος» δήλωσε στο NPR το 2011, «αλλά ευχαριστώ τον Θεό. Κάποιους ανθρώπους δεν τους ανακαλύπτουν ποτέ». Και κάπως έτσι, από τη βασανιστικά αργή εκδοχή της, η ζωή του πέρασε σε αυτήν με πατημένο το fast forward. Το ταλέντο του παίρνει επιτέλους ό,τι του αξίζει, αναγνώριση. Ο ίδιος εντωμεταξύ, παραδόξως πίστευε ότι όλα συνέβησαν στον σωστό χρόνο. «Αν με ανακάλυπτε ο κόσμος όταν ήμουν 25, δε θα ήξερε τι να κάνει με μένα. Ξέρω πολλά περισσότερα τώρα και ξέρω πως να διαχειρίζομαι τις καταστάσεις καλύτερα. Μπορώ να ανατρέξω στις αναμνήσεις μου, να κάνω όλα όσα φοβόμουν πριν», είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξή του το 2014. Ακολούθησε ένα δεύτερο στούντιο άλμπουμ το 2013, το «Victim of love» και εκείνος ανοίγεται όλο και περισσότερο, μιλώντας μέσα από τα τραγούδια του για την αγάπη που έλειψε από τη ζωή του.

«Ποτέ μου δε γνώρισα την πραγματική αγάπη, την τιμιότητα, μια αγνή καρδιά. Πάντα θέλουν κάτι από εμένα, αλλά ποτέ την ψυχή μου», είχε παραπονεθεί.

«Όταν εμφανίζομαι στη σκηνή, προσπαθώ να δώσω σε όλους μια μικρή γεύση από την ψυχή μου. Κοιτάζω στα πρόσωπα των ανθρώπων και βλέπω σε αυτά, στοιχεία, που βλέπω στον εαυτό μου: πολλή οδύνη και πόνο. Προσπαθώ να τους χαρίσω χαρά: αυτό είναι το κύριο κίνητρό μου». Γι' αυτό άλλωστε, είχε αδυναμία στις live εμφανίσεις. Γιατί για εκείνον ήταν κατάθεση της ψυχής που πίστευε πως κανείς δεν ήθελε να γνωρίσει, έβλεπε ανθρώπους να συμπάσχουν μαζί του και έπαιρνε δύναμη. Ευτυχώς πρόλαβε να αντλήσει ενέργεια από την σκηνή των μεγαλύτερων φεστιβάλ παγκοσμίως: Primavera Sound, Coachella, Lollapalooza και Glastonbury.

Χωρίς να ξέρει πως το τέλος πλησίαζε, πρόλαβε να ηχογραφήσει τρίτο άλμπουμ το 2016 με τίτλο «Changes», έναν τίτλο που δανείστηκε από τη διασκευή που έκανε στο ομώνυμο τραγούδι των Black Sabbath. Για εκείνον ήταν το αντίο που όφειλε στη μητέρα του. «Πήρε πολύ καιρό να το συνειδητοποιήσω, ακούω ακόμα το τελευταίο της αντίο», λένε οι στίχοι με τους οποίους ταυτίστηκε.

«Όταν δεν είμαι στεναχωρεμένος και έχω πράγματα να με βασανίζουν βαθιά μέσα μου, τότε είναι η καλύτερη στιγμή για να γράψω ένα τραγούδι», είχε πει κάποτε, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι και στη διασκευή του «Stay Away» των Nirvana δεν έκανε θαύματα. 

Κι ύστερα... Καρκίνος. Αρχικά, στο στομάχι, έπειτα με μετάσταση στο συκώτι και οι εξελίξεις στην υγεία του ήταν τόσο ραγδαίες ώστε να χρειαστεί να ακυρώσει όλες τις προγραμματισμένες του εμφανίσεις για το 2017. Το τέλος δεν πλησίασε για τον Μπράντλεϊ, έφτασε αμέσως.

Με όλα τα παραπάνω, είναι απίθανο να μην σκεφτείς πως ο Τσαρλς Μπράντλεϊ βίωσε στο πετσί του, όλα τα κλισέ που τρώμε στη ζωή μας με το κουτάλι. Το «κάλλιο αργά παρά ποτέ», το «κάθε πράγμα στον καιρό του...», η κατάρριψη της περίφημης «θεωρίας» του Κοέλιο, «ό,τι είναι να γίνει θα γίνει» κι άλλα τέτοια κλασσικά. Μπορεί να άργησε τρεις δεκαετίες και κάτι, η αναγνώριση του Μπράντλεϊ ήρθε όμως, με το σωστό μουσικό «όχημα». Άλλωστε, τραγουδούσε soul #διπλής. Τη μουσική δηλαδή και την... ψυχή του.